Η Εποχή μετρά 30 χρόνια… αλήθεια, πέρασαν τόσα πολλά χρόνια; Σαν να λέμε 30 χρόνια δρόμος, η Εποχή κι εμείς, όλοι όσοι περνούσαμε ώρες στα γραφεία της για να είναι στα περίπτερα κάθε Κυριακή πρωί. Και τα περισσότερα από αυτά τα χρόνια ήταν σπαρμένα με πολιτικά αγκάθια: είχαν περισσότερες ήττες και απογοητεύσεις παρά νίκες και ελπίδες. Διαρκείς αγωνίες για να βρούμε ή να φτιάξουμε ένα τόπο στέρεο στη βάση των αριστερών μας αρχών, μέσα σε ένα κόσμο όπου τόσα πολλά κατέρρεαν, τόσα πολλά άλλαζαν, κι εμείς ήμασταν τα δακτυλοδεικτούμενα «απολιθώματα της ιστορίας». Τώρα μετά από τόσα χρόνια, μπορώ να πω ότι κάναμε αρκετά.
Με πολιτικούς όρους, θα πω ότι η Εποχή ήταν συνδυασμός «περιοδικού» ανανεωτικών κομμουνιστικών ιδεών και εφημερίδας της Ανανεωτικής Αριστεράς αναχώματος στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Ήταν η εφημερίδα που λειτούργησε ως γενεσιουργός μήτρα του ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο από κάθε άλλο έντυπο της Αριστεράς και αυτό έγινε συνειδητά και με πλήρη επίγνωση της συντακτικής της ομάδας. Να το εξηγήσω.
Στη 30χρονη διαδρομή της «Εποχής» υπήρξε, χονδρικά, πρώτη και δεύτερη περίοδος. Στην πρώτη, ας πούμε από το 1989 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, (από την Οικονόμου, των γραφείων του Γιάννη Μπανιά, και στην Ακαδημίας), οι άνθρωποι της «Εποχής» βρέθηκαν εκ των πραγμάτων υποχρεωμένοι να διαπραγματευτούν μια απάντηση σε δύο βαριές ήττες. Η μία ήταν η εκλογική ήττα και το φυλλορρόημα του ΚΚΕ Εσωτερικού ΑΑ στις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις του 1989-1990. Η δεύτερη ήταν η ήττα του υπαρκτού σοσιαλισμού που αν και από μια άποψη νιώθαμε ότι δεν μας αφορούσε, καθώς εμείς ως Ανανεωτική Αριστερά είχαμε τοποθετηθεί κριτικά προς αυτόν και επιλέγαμε να αναζητούμε πρότυπα και πρακτικές μέσα στα παραδείγματα, ευρωπαϊκών ΚΚ, κυρίως Ιταλίας, ανακαλύπταμε τότε, όχι χωρίς οδύνη, ότι στις ιδεολογικού τύπου θριαμβολογίες του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού, μας έπαιρνε κι εμάς η μπάλα της ιστορίας.
«Με τα κινήματα, με την Αριστερά»
Η μόνη λύση ήταν να στραφούμε κι εμείς στο μέλλον και να διαβάσουμε από την αρχή τον κόσμο που άλλαζε με παλιά και νέα θεωρητικά εργαλεία μας και να ασκήσουμε τη ματιά μας στην αναζήτηση των όποιων πραγμάτων όπου θα μπορούσαμε να πιαστούμε, την κάθε αντίσταση, ελπιδοφόρα κίνηση, μάχη, την ελάχιστη νίκη.
Αυτό το ρόλο, ως όχημα πραγματολογικών και ιδεολογικών αναζητήσεων μιας γενιάς Αριστερών, με συγκεκριμένη πολιτική αφετηρία και αναφορά επιτελούσε ως τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η «Εποχή». Και στη συνέχεια ακολούθησε η δεύτερη περίοδος, καθώς η αρχική αναζήτηση έδωσε καρπούς και η «Εποχή» κι ο κόσμος της, αγκυρώθηκαν στα κινήματα και στην ενότητα στη δράση. Η ματιά προσηλώθηκε στα μικρά και τα μεγάλα κινήματα, παγκόσμια, ευρωπαϊκά, τοπικά, αντικαπιταλιστικά, περιβαλλοντικά, φεμινιστικά, δικαιωματικά, και στους ανθρώπους που συναντιούνταν μέσα σε αυτά. Κι αν επιλέγω ως – καταχρηστικό – όριο ανάμεσα στις δύο περιόδους της «Εποχής» το 2001, το κάνω γιατί τότε οι αναζητήσεις της προηγούμενης περιόδου αποκτούν και πολιτικό αντίκρισμα, με τη συγκρότηση του Χώρου Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς, της πρώτης μορφής συνεννόησης μεταξύ στελεχών πολλών διαφορετικών κομμάτων και οργανώσεων, ανένταχτων, των κινημάτων, με άξονα την πολιτική αναγκαιότητα, την ενότητα στη δράση των αριστερών δυνάμεων.
Πιστεύω ότι η Εποχή –ανεξάρτητη, επηρεαζόμενη όμως από τις ιδέες της ΑΚΟΑ -, ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής επιλογής της συντακτικής της ομάδας, γινόταν χρόνο με το χρόνο όλο και περισσότερο ένα συλλογικό όχημα της προσπάθειας για ανασύνθεση και δημιουργία μιας νέας πληθυντικής και κινηματικής Αριστεράς που θα άντεχε το διάλογο και θα ένωνε τον κόσμο της μέσα από την κοινή δράση, τους κοινούς αγώνες για την απόκρουση του νεοφιλελευθερισμού και των επιθέσεών του στα κοινωνικά και εργατικά δικαιώματα. Κι από αυτή την άποψη, θεωρώ η Εποχή – πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εφημερίδα της Αριστεράς – υπήρξε η κατεξοχήν συλλογική μήτρα που συνέλαβε και τροφοδότησε όχι μόνον ό,τι έμελλε να αποτελέσει τον ενιαίο πλέον, μετά το 2013, δημοκρατικό, πολυτασικό ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και την ίδια την αντίληψη του ενιαίου φορέα της Αριστεράς για το πολιτικό ρόλο που έμελλε να αναλάβει στην Ελλάδα των μνημονίων: προστασία των ευάλωτων, αποκατάσταση των εργατικών δικαιωμάτων, ακόμη και με σταδιακά βήματα της προώθησης της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Παράδειγμα συλλογικότητας, εθελοντισμού
Σήμερα ως βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ νοσταλγώ τα μεσημέρια που τρώγαμε και τσακωνόμασταν για τα θέματα της επόμενης Κυριακής, που ψάχναμε για διαφημίσεις, που την διανέμαμε στα στέκια τα βράδια Σαββάτου, την πρακτική άσκηση των εκκολαπτόμενων (και μετά πολλών επιτυχημένων) δημοσιογράφων, τις μέρες που έγραφα τα «ΕΠΟΧΙΚΑ» ή τον Αλιέα στη δεύτερη σελίδα,– ήταν πιο χαλαρές (και δημιουργικές) εκείνες οι μέρες…
Νοσταλγώ τη συντροφικότητα του Μπανιά, Ελεφάντη, Κλαυδιανού, Γεωργούλα, Κοβάνη, των παλιών και νέων συντελεστών, μιας εφημερίδας που έγινε πανεπιστημιακή μελέτη, ως παράδειγμα συλλογικού, εθελοντικού μακροβιότατου εντύπου!
Πιστεύω, πολύ περισσότερο τώρα, ότι η Εποχή συνέβαλλε στη σωστή μας επιλογή να αναλάβουμε τη διακυβέρνηση, ανεξαρτήτως των δύσκολων και οδυνηρών αποφάσεων που κληθήκαμε να πάρουμε. Δώσαμε μάχες – πετύχαμε πράγματα. Θα συνεχίσουμε να δίνουμε μάχες– ελπίζουμε να πετύχουμε ακόμη περισσότερα.
Παίρνοντας το λόγο για τον μαχητικό φιλόσοφο και πολιτικό διανοητή Παναγιώτη Κονδύλη, που επηρέασε σημαντικά την Ευρωπαϊκή πνευματική ζωή, ο Μ. Μπαλαούρας εξέφρασε την αμηχανία του να τοποθετηθεί ως αριστερός απέναντι στον διανοητή Κονδύλη, ο οποίος, βαθύς γνώστης της Μαρξιστικής ανάλυσης αλλά και της σκέψης του Μακιαβέλι, είχε πει σε συνέντευξή του: «Εγώ ανατέμνω τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις αριστερών και δεξιών με τα ίδια αναλυτικά εργαλεία κι αναλόγως με του ποιου τις ιδεολογικές αυταπάτες θίγω κάθε φορά, οι πιο πολλοί με βαφτίζουν αριστερό ή δεξιό».
«Το σίγουρο είναι ότι ο Παναγιώτης Κονδύλης, με τα πολιτικά γραπτά του, λειτούργησε αποδομητικά και καυστικά και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά» συμπέρανε ο Μ. Μπαλαούρας, που πολλοί τον περιγράφουν, ακόμα και ως «προφήτη» όχι μόνον της ελληνικής κρίσης, αλλά και της κατάστασης της Ευρώπης μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
«Σε ό,τι αφορά ειδικά την Ευρώπη, ο Κονδύλης εξέφρασε απόλυτη δυσπιστία απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, όχι μόνον γιατί προέβλεπε ότι με την παγκοσμιοποίηση θα συρρικνώνονταν το μερίδιο της Ευρώπης στον παγκόσμιο πλούτο προς όφελος του Τρίτου Κόσμου, με αποτέλεσμα την ανάδυση κοινωνικών εντάσεων στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, αλλά και γιατί οι οικολογικές και μεταναστευτικές πιέσεις της νέας εποχής θα ενίσχυαν τις κεντρόφυγες δυνάμεις μέσα στην Ευρώπη, θα έκαναν το κάθε κράτος να στραφεί στον εαυτό του και θα οδηγούσαν εν τέλει κάποια ευρωπαϊκά κράτη να ξαναϋψώσουν τα σύνορά τους».
Και για την Ελλάδα, τι είπε; Ότι η χώρα μας, στη νέα εποχή θα κινδύνευε να συρρικνωθεί περαιτέρω λόγω της ολίσθησής της στον «παρασιτικό καταναλωτισμό», δηλαδή την αύξηση του εσωτερικού και εξωτερικού δανεισμού, με σκοπό όχι τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων αλλά την εισαγωγή καταναλωτικών αγαθών από το εξωτερικό, ο οποίος θα «υπονόμευε την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων».
Ο βουλευτής θεωρώντας ότι οι εκτιμήσεις του Κονδύλη, παρά τη μεγάλη τους αξία, επιδέχονται κριτικής, για κάποιες από τις προβλέψεις του για την Ευρώπη, ενώ όσον αφορά τη χώρα μας, ανέφερε: «Ο Κονδύλης, ως μαχητικός διανοητής, συγκλίνοντας με απόψεις μέρους της τότε Αριστεράς, παρουσίασε τη θέση του ότι το ελληνικό παραγωγικό πρότυπο 1980-2008 ήταν πελατειακός καταναλωτισμός με δανεικά, με αδιαφορία για την πραγματική παραγωγική οικονομία και με εύνοια του κράτους προς την αποβιομηχάνιση και τη στροφή στις υπηρεσίες. Είδε σωστά ότι η πίστη των ελληνικών ελίτ πως η ευρωπαϊκή ένταξη της Ελλάδας χώρας θα έλυνε αυτόματα όλα τα προβλήματα ήταν μύθος, που τη βόλευε. Ιδιαίτερα η ένταξη στην ΟΝΕ που προβλήθηκε ως η απόλυτη λύση του ελληνικού οικονομικού προβλήματος όχι μόνον δεν βοήθησε αλλά επιδείνωσε δραματικά το πρόβλημα του παρασιτικού καταναλωτισμού. Και μόνο η καλπάζουσα αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, από 4% στο τέλος της δεκαετίας του ΄90 σε 14% το 2008, τα λέει όλα».
«Εν τέλει η Ελλάδα χρεοκόπησε», συνέχισε ο Μάκης Μπαλαούρας, «κι αν δεν έχασε μέρος της εδαφικής κυριαρχίας προς όφελος της Τουρκίας όπως φοβόταν ο Κονδύλης, έγινε κράτος με περιορισμένη κυριαρχία, υποχρεωμένο να εφαρμόζει τις νεοφιλελεύθερες συνταγές που του υπαγόρευαν οι δανειστές του. Έτσι οδηγηθήκαμε σε μια πρωτοφανή για καιρό ειρήνης ύφεση 25% και τη θυσία μιας ολόκληρης γενιάς, που είτε φυτοζωεί άνεργη στην Ελλάδα είτε πήρε το δρόμο για το εξωτερικό. Η ελληνική πολιτική τάξη που έκανε τις επιλογές οι οποίες έφεραν τη χώρα στη χρεοκοπία, αυτή η πολιτική τάξη που στα χρόνια των παχιών αγελάδων εκμαυλιζόταν πρόθυμα, την ώρα όμως της κρίσης, πήγε να ρίξει την ευθύνη στο λαό με το ‘μαζί το φάγαμε’, χρεοκόπησε κι αυτή».
Τελειώνοντας, ο Μ. Μπαλαούρας τόνισε ότι δε συμμερίζεται την άποψη του Κονδύλη περί καθολικής ευθύνης του ελληνικού λαού για τη χρεοκοπία, ενώ όσον αφορά την Ευρώπη κατέληξε: «Υπήρξαν δύο Ευρώπες, διαφορετικές σε κάθε φάση. Ήταν διαφορετική η οραματική Ευρώπη των κοινωνικών κρατών με τη πρόταση για μετα-εθνική Ευρώπη που κυριάρχησε ως το 1989. Μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο η Ευρώπη, από την εποχή του Μάαστριχτ και της ΟΝΕ, όταν συνδέθηκε με το νεοφιλελεύθερο οικονομικό πρόταγμα».
Πηγή: www.ilia24.gr

