2026-02-17

Συνέντευξη Μάκη Μπαλαούρα στο Κόκκινο, στον Αλέξη Βάκη

17 Φεβρουαρίου 2026

Θέμα: «Τα τραγούδια που ακούγαμε στη δικτατορία και παίρναμε δύναμη»

Μ’ αφορμή την 53η επέτειο μετά τη δίκη των 11, 14 Φλεβάρη 1973

Ηχητικό με το τραγούδι: «Δώδεκα παιδιά στους δρόμους, δώδεκα παιδιά»

Α. Βάκης: Ακούσαμε ένα τραγούδι που ηχογραφήθηκε πρώτη φορά το 1973 Με τους λογοκριμένους στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου Για αυτά τα 12 παιδιά. Και ενάμισι χρόνο αργότερα όταν έπεσε πια η δικτατορία με τους αλογόκριτους πλέον στίχους, που συμπεριλήφθηκε στα τραγούδια του δρόμου. Ένα τραγούδι βεβαίως του Μάνου Λοΐζου που ακούσαμε από τη χορωδία Κακίτση. Ένα τραγούδι που αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός που έγινε επί δικτατορίας Και που σημαδεύει μια καμπή του αντιδικτατορικού αγώνα Γι' αυτή την καμπή θα μιλήσουμε σήμερα Και μιας και έχω τηλεφωνικά έναν καλεσμένο που αδημονεί να μας μιλήσει Μπορώ να ρωτήσω αμέσως τον Μάκη Μπαλαούρα, γνωστό και μη εξαιρετέο Για ποια 12 παιδιά μας μιλάει ο ποιητής Μάκης;

Η «Μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ»

Μ. Μπαλαούρας: Καλησπέρα να είστε καλά και εσείς και οι ακροατές μας.

Για τα 12 παιδιά, ήταν οι 12 που έφτιαξαν την πολύ γνωστή τότε «Μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ». Ήταν μια μελέτη που αφορούσε τα προβλήματα της σχολής και τα προβλήματα της παιδείας της εποχής εκείνης και ήταν σημαντική για 2-3 λόγους Ο πρώτος ήταν η ίδια η μελέτη που έβαζε υπαινικτικά κάποια πράγματα. Μιλούσε για ελευθερία, μιλούσε για δυνατότητες ελεύθερης έκφρασης, για τους διορισμένους, δηλαδή ότι πρέπει να εκλέγουμε εμείς τους εκπροσώπους μας, γιατί τότε, οι νεότεροι δεν τα ξέρουν, είχε διορίσει η Χούντα στα Διοικητικά Συμβούλια των σχολών εγκάθετους δικούς της. Και κάναμε αυτή τη μελέτη Ήταν μια πρωτόγνωρη κίνηση γιατί μέχρι τότε εμείς που τρέχαμε στον αγώνα, στο κίνημα. Κάναμε πράξεις και βγάζαμε θέσεις Που ήταν εναντίον αυτού αυτού εκείνου. Η μελέτη είχε πολύ περισσότερες προτάσεις. Θέλουμε αυτό, απαιτούμε αυτό, θέλουμε να γίνει αυτό. Και είχαμε σαν συνέπεια να μας περάσουν Πειθαρχικό, επειδή δεν μπορούσαν διαφορετικά, έγινε σάλος. Οι διανοούμενοι, ο Μαρωνίτης για παράδειγμα, ο εξαιρετικός Δημήτρης Μαρωνίτης. Έγραψε επιφυλλίδα στο ΒΗΜΑ Με το τίτλο «Η μικρή Αντιγόνη και ο χορός των δώδεκα» Η μικρή Αντιγόνη ήταν η Πόπη Βουτσινά. Τότε μαζί με τον Σταύρο Κουρεμένο και τον Νίκο Ράφτη στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, τους περάσαν πειθαρχικό για τη δράση τους. Οι δώδεκα είμαστε εμείς, ο χορός των δώδεκα. Αυτό έγινε τότε, πέραν της μελέτης αυτής καθ’ αυτής, οι συνέπειες ήταν σημαντικές. Συσπειρώσαμε ένα πάρα πολύ μεγάλο πλήθος κόσμου. Στις συνελεύσεις και στις δράσεις. Γιατί ήταν δικτατορία, τότε κρυβόμαστε. Φοβόμαστε.

Α. Β: Η Μελέτη των Δώδεκα έγινε το 1972.

Μ. Μ: Αρχίσαμε από το τέλος του ’72. Και καταλήξαμε στις 25 Γενάρη Μοιράσαμε το κείμενο πάλι με προφυλάξεις σοβαρές. Εκεί αναδείχθηκε και ο φίλος μας, ο αγαπημένος, μπορεί να τον έχεις ακούσει, ο Πράκτορας, ο Κώστας Σμυρνής, που είναι μία άλλη ιστορία. Εκεί λοιπόν δεν τολμούσε η ασφάλεια, εμένα με είχαν πιάσει πολλές φορές, όπως και άλλους, όπως τον Δημήτρη Παπαχρήστο. Τότε δεν μπορούσαμε να μας πειράξουνε γιατί είχε γίνει σάλος και διεθνώς. Δεν ήταν μόνο στην Ελλάδα. Ο Πεσμαζόγλου που ήταν εκδιωχθείς καθηγητής πανεπιστημίου, έγραψε και αυτός για το επιστημονικό βάθος της μελέτης.

Α. Β: Βάλε μια τελεία Μάκη, δεν θα προλάβουμε να πούμε τίποτα. Είσαι χείμαρρος και το ξέρουμε

Μ. Μ: Μία φράση μονάχα Ότι έγινε αφορμή της μελέτης, του Πειθαρχικού, κάναμε την απολογία μας και έγινε η πρώτη μεγάλη μαζικότατη συγκέντρωση στο προαύλιο της ΑΣΟΕΕ. Και επομένως ανοίξαμε δρόμους τότε.

Α. Β: Λοιπόν, είναι ο Μάκης Μπαλαούρας Αυτός ο χείμαρρος που ακούτε Είναι από το σπίτι του γιατί πέρασε ένα μικρό πρόβλημα υγείας Αλλά αυτό τα μασάει ο Μάκης. Απλώς δεν μπορούσε να έρθει εδώ στο στούντιο. Οικονομολόγος ως προς το επάγγελμα. Είπαμε, φοιτητής ΑΣΟΕΕ τότε. Και διετέλεσε και βουλευτής Ηλείας του ΣΥΡΙΖΑ Από το 2015 έως το 2019 Έτσι δεν είναι Μάκη;

Μ. Μ: Ναι, ναι, ναι, ακριβώς είναι.

Α. Β: Συναγωνιστής και σύντροφός μας, αυτά είναι αδιαπραγμάτευτα πράγματα. Ήταν ένας από τους 12 με την μελέτη των ΑΣΟΕ Με τη μελέτη των 12 Της ΑΣΟΕΕ Αλλά ήταν και ένας από τους 11. Γιατί μπερδευόμαστε με τα νούμερα, που παραπέμφτηκαν σε δίκη πριν από 53 χρόνια και τρεις μέρες, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου 14 Φεβρουαρίου του 1973. Μεγάλη συγκέντρωση στο Πολυτεχνείο, πάνω από 2.000 άτομα, διαμαρτυρόσασταν ενάντια στον νόμο 1347 και την στράτευση των φοιτητών.

Η πρώτη κατάληψη του Πολυτεχνείου και η δίκη των 11

Μ. Μ: Σωστά. Λοιπόν, εκεί έγινε το ότι εμείς που ήμασταν δακτυλοδεικτούμενοι τότε. Δεν πήγαμε στο Πολυτεχνείο μέσα, είμασταν στο Μουσείο και παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις. Εγώ προσέγγισα το Πολυτεχνείο στο περίπτερο που υπάρχει στη γωνία μεταξύ Μουσείου και Πολυτεχνείου, ένα περίπτερο υπάρχει ακόμα. Να πάρω δήθεν τσιγάρα για να δω τι γίνεται. Και με βουτάνε οι ασφαλίτες. Μ’ είχαν εντοπίσει προφανώς. Με βουτάνε και με έκαναν τόπι στο ξύλο.

Α. Β: Από εκεί είναι και η φωτογραφία Που είσαι με το μάτι μαυρισμένο Και που τρομάζει ο κόσμος που σε βλέπει. Έτσι;

Μ. Μ: Ναι τότε έχασα πολλές φιλενάδες, όχι, πλάκα κάνω!

Α. Β: Όχι τις κέρδισες στο μέλλον μετά. Γιατί ήσουν και γόης Μάκη.

Μ. Μ: Λοιπόν, και στην ασφάλεια με χτυπήσανε στο μάτι και για αυτό έγινε πολύ μαύρο Και πολύ κλεισμένο. Τέλος πάντων Είμαστε οι μοναδικοί που έδειξε η δικτατορία χτυπημένοι. Πολλοί άνθρωποι περάσαν τα πάνδεινα. Πάρε τον Παναγούλη, τον Παύλο Κλαυδιανό Όπου περάσαν τα πάνδεινα. Δεν τους είχε δείξει ποτέ η αστυνομία.

Α. Β: Στα δικαστήρια φαινόντουσαν, ας πούμε ατσαλάκωτοι.

Μ. Μ: Ναι Έτσι πηγαίνανε Με το σακάκι τους,

Α. Β: Το πρόσωπό τους καθαρό, χωρίς χτυπήματα

Μ. Μ: Ναι. Αυτό έκαναν. Δεν ήταν από λάθος, ήταν για να τρομοκρατήσει το φοιτητικό κίνημα. Τους άλλους είναι κομμουνιστές, είναι έτσι και αλλιώς, παράνομες οργανώσεις Εδώ είναι μαζικό κίνημα. Κάτσε να τους δείξουμε χτυπημένους να μην τολμήσουν ξανά να βγουν στους δρόμους. Αυτό ήταν. Αυτό ήταν 14 Φεβρουαρίου του 1973.

Με τους νόμους 509/1947 και 4.000/1958

Α. Β: Λοιπόν Σε αυτή τη δίκη, περάσατε 11 άνθρωποι από δίκη

Μ. Μ: Έντεκα άνθρωποι, καταδικαστήκαμε εκτός από τρείς, καταδικαστήκαμε με αναστολή. Μεταξύ των κατηγοριών, ήταν ο μισός ποινικός κώδικας, αλλά το χειρότερο, πήγανε να μας περάσουν και με τον Νόμο 509! Αλλά ευτυχώς επρυτάνευσαν ποιο νουνεχείς σκέψεις δικές τους, Για κατασκοπία, καταλαβαίνεις τώρα…

Α. Β: Ναι καταλαβαίνω

Μ. Μ: Και μας περάσανε Και με το νόμο 4.000 περί το τεντιμποϊσμού.

Α. Β: Τότε που ήταν στο φόρτε του, αυτό που βλέπουμε στις ταινίες, δηλαδή που κουρεύανε τους μαθητές που πετάγανε τα γιαούρτια.

Μ. Μ: Και μία ταμπέλα μπροστά τους που λέγε «Είμαι τεντιμπόης». Η Δίκη μας είχε πάλι ένα τεράστιο αντίκτυπο διεθνώς πάλι…

Α. Β: Να αναφέρουμε τα ονόματα υμών με υ των 11 πλέον. Τους έχω προσθέσει. Και μπορώ να τους διαβάσω. Είναι ο Παρασκευάς Βάγιας, ο Σεραφείμ Δημακόπουλος, ο Μάκης Μπαλαούρας, ο Κυριάκος Σταμέλος, ο Βλάσης Γιαροκάπης, ο Ηλίας Κατοπόδης, ο Βασίλης Χριστόπουλος, ο Σάκης Παπαθεοδώρου, ο Αλκιβιάδης Πρέπης, ο Μάνος Τζανετής και ο Δημήτρης Αρχοντής. Δύο ή τρεις από αυτούς τους έντεκα δεν βρίσκονται πια στη ζωή Μάκη.

Μ. Μ: Ναι ο Τζανετής και ο Κυριάκος Σταμέλος. Δυστυχώς. Ήτανε παλληκάρια, πάρα πολύ σημαντικά!

Α. Β: Η ιδέα που είχαμε Και που μάλλον την καταστρατηγούμε Γιατί πρέπει να πούμε και τα γεγονότα Ήταν να φτιάξουμε με αφορμή αυτή την επέτειο ένα ιδιότυπο soundtrack της χούντας. Δηλαδή τον ηχητικό περίγυρο, σε εσάς τους αντιδικτατορικούς φοιτητές. Τι ακούγατε ρε παιδί μου και παίρνατε δύναμη εκείνα τα περίεργα χρόνια.

Μ. Μ: Ναι Κοίταξε να δεις ακούγαμε βασικά λαϊκά και αντάρτικα. Τα αντάρτικα δεν τα γνωρίζαμε, καταρχάς δεν γεννηθήκαμε τότε. Τα ψάχναμε, τα ζούσαμε..

Α. Β: Ρωτάγατε τους παλιότερους και τα μάθατε κάποια στιγμή.

Μ. Μ: Και βασικά αυτό το κάναμε στις ταβέρνες.

Α. Β: Να ακούσουμε ένα τέτοιο τραγούδι που τραγουδούσατε, το οποίο βέβαια εμείς το μάθαμε στην μεταπολίτευση. «Μαλλιά σγουρά, μαλλιά κοράκου χρώμα». Το έχουν πει πολλοί, το έχει πει βεβαίως και ο Πέτρος Πανδής, σ’ αυτή την φοβερή εκτέλεση με ένα ενορχηστρωτή τον Πέτρο Πανδή. Αυτά τα μαλλιά σγουρά λοιπόν θα μας θα βάλει τώρα ο Γιάννης Ηλιάδης να πάρουμε λίγο χρώμα.

Ηχητικό με το Αντάρτικο: «Μαλλιά σγουρά, μαλλιά κοράκου χρώμα»

Α. Β: Στις ταβέρνες λοιπόν επί δικτατορίας που συναντήθηκαν με τα τραγούδια η γενιά της εθνικής αντίστασης με τους αντιδικτατορικούς φοιτητές που βεβαίως είχαν και μια εκλεκτική συγγένεια με την αριστερά έτσι δεν είναι Μάκη, Μπαλαούρα; Εσύ δεν ήσουν από αριστερή οικογένεια όταν ήρθες από τα μέρη σου, από την Ηλεία αλλά έγινες.

Μ. Μ: Έτσι είναι. Ούτε ο Δημήτρης Παπαχρήστος ήταν από αριστερή οικογένεια και πολλοί από εμάς. Ο μόνος που ήταν πατενταρισμένος τότε αριστερός ήταν ο Στέλιος ο Παππάς που οφείλω να το αναφέρω αυτό, γιατί ήταν και αυτός που συνέβαλε τα μάλα για την ιδέα της μελέτης γιατί είχε μάθει στους Λαμπράκηδες εμείς είμαστε πολύ μικρότεροι. Θα ενοχληθεί τώρα ο Παππάς…

Α. Β: Που μας ακούει σίγουρα, ήταν εδώ την περασμένη Πέμπτη άλλωστε.

Μ. Μ: Το ξέρω εγώ τον άκουσα γιατί θεωρεί ότι είναι ακόμα μικρός! Λοιπόν δουλέψαμε αυτή τη μελέτη με συμβολή μεγάλη και των 12, όλων μας δηλαδή, αλλά και του Στέλιου ο οποίος θα ήταν 13ος τρίτος. Δεν μπήκε μέσα με δικιά του πρόταση για να μην μας στοχοποιήσουν οι Ασφαλίτες.

Α. Β: Για να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν και πάλι τα πράγματα. Δώδεκα ήταν οι άνθρωποι που υπογράψατε τη μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ, έντεκα ήταν αυτοί που σας μπουζουριάσανε και σας περάσανε από δίκη τον Φεβρουάριο 1973 με τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο. Ήταν εκεί που κυκλοφορούν οι φωτογραφίες που είσαι μπλε μαρέν από το ξύλο και με συγχωρείς για την έκφραση, ας πούμε, αλλά με αυτή τη φωτογραφία έχεις γίνει διάσημος τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια και τότε όμορφος ήσουν και τώρα καλός είσαι Μάκη Μπαλαούρα.

Μ. Μ: Γέλια…

Α. Β: Μου έχεις πει ότι ένα τραγούδι που δεν το βάζει ο νους μας, συνδέεται με τα παρελκόμενα, γιατί μετά από αυτή τη δίκη περάσατε και από την ΕΣΑ, περάσατε και από διάφορα ευαγή ιδρύματα. Αλλά πριν να ακούσουμε αυτό το τραγούδι να ακούσουμε το φυσικό soundtrack της δικτατορίας των αντιδικτατορικών φοιτητών. Να ακούσουμε το σφαγείο, ας πούμε από τα τραγούδια του Ανδρέα, του Μίκη Θεοδωράκη βεβαίως με τον Αντώνη Καλογιάννη. Το ακούμε. Και στο δεύτερο μέρος θα ξεκινήσουμε ένα τραγούδι που φαντάζει μάλλον ανορθόδοξο. Αλλά εσύ θα μας το εξηγήσεις Γιατί κολλάει σε σημερινή εκπομπή Φυσικά μένεις στο τηλέφωνο.

Ηχητικό με το τραγούδι: Το Σφαγείο

(Ευχές Φοίβου Δεληβοριά και Εύας Κολομβού)

Ηχητικό με το τραγούδι: Γαρούφαλο στ’ αυτί

Ένα παράτερο τραγούδι από τα κελιά της ΕΣΑ

Α. Β: Εγώ το είχα πει ότι αυτό το τραγούδι θα έχει ηχήσει παράτερο σε σχέση με τα υπόλοιπα, αλλά ο φίλος και συναγωνιστής και σύντροφος, ο Μάκης Μπαλαούρας, επέμενε ότι αυτό το τραγούδι πρέπει να το βάλουμε γιατί έχει κάτι να πει σε σχέση με αυτή τη μελωδία. Έτσι δεν είναι Μάκη;

Μ. Μ: Έτσι είναι, έτσι είναι και όπως και το «Τραγούδι του Ανδρέα» ήτανε για μένα εμβληματικά στοιχεία. Δεν θα σου πω γιατί το έναν ξεχωριστά. Το είναι κατανοητό το πρώτο και για τα βασανιστήρια και στην Ασφάλεια και στην ΕΣΑ. Το «Γαρούφαλο στ’ αυτί» το έλεγα όταν ήμουνα σε πλήρη απομόνωση, περίπου τρεις μήνες στην ΕΣΑ και είχα γίνει και παλιοσειρά. Άλλοι αλλάζανε, εγώ δεν ξέρω για ποιους λόγους, ήμουνα συνεχώς εκεί πέρα στην ΕΣΑ. Για να δώσω θάρρος στους συγκρατούμενούς μου που ήταν και αγόρια και κορίτσια όταν έβλεπα ότι έφευγαν οι δεσμοφύλακες μου, προσπάθησα να τους δίνω κουράγιο και με διάφορα άλλα τραγούδια.

Δεν ήθελα να πω τα επαναστατικά, τα αντάρτικα και τα λοιπά, καταλαβαίνετε γιατί.

Α. Β: Να αλαφρύνεις λίγο το κλίμα, ναι.

Μ. Μ: Ναι, δεν ξέρω για αυτό το τραγούδι, γιατί αυτό το τραγούδι το έλεγα όμως. Αυτό το ανέδειξε η Μαρία Αθανασούλια σε μία εκπομπή της, στο Κόκκινο και μου έκανε εντύπωση, κάποιος το σφύριξε από τους συγκρατούμενούς μου και με ρώτησε.

Α. Β: Πρέπει να ήταν στο Πολυτεχνείο, στην ειδική εκπομπή που είχαμε κάνει τότε που ήμασταν και απεργοί και νομίζω τότε σε είχε βγάλει σαν αέρα η Μαρία.

Μ. Μ: Λοιπόν και τότε αναλογίστηκα γιατί πραγματικά το έπαιξε και αυτοσχεδίασα γιατί αυτό το όμορφο τραγούδι του Χατζηδάκη και τελικά κατέληξα και έτσι της απάντησα και νομίζω ότι είναι σωστό, ότι για να ξεφύγουμε από τη φυλακή και να πάει το νους μας σε μία παραλιακή ταβέρνα, γιατί αυτό το τραγούδι ήταν από το φιλμ «Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο».

Α. Β: Σωστά.

Μ. Μ: Όπου τραγούδαγε ο Αυλωνίτης με τον Φωτόπουλο είχαν μία λατέρνα και ήταν και η Καρέζη με τον Αλεξανδράκη ερωτευμένοι. Ήταν σε ένα όμορφο καφενείο με θάλασσα από κάτω. Αυτό ήταν το σκηνικό. Για να μεταφερθούμε όλοι μαζί και εγώ φυσικά που το έλεγα σε αυτόν τον κόσμο, να φύγουμε από τα κελιά, να φύγουμε από την βαναυσότητα, από το ξύλο, να μην βλέπουμε το φεγγάρι. Το νύχτωσε χωρίς φεγγάρι το σφυρίζαμε γιατί δεν βλέπαμε το φεγγάρι, δεν βλέπαμε τον ήλιο, δεν βλέπαμε τίποτα. Μάλιστα. Και έλεγα αυτό το τραγούδι για να ζήσουμε και τον έρωτα, να χαρούμε και τον έρωτα της Καρέζη με τον Αλεξανδράκη.

Α. Β: Και ελπίζω να ήσουνα και σωστός τραγουδιστικά, να μην ήσουνα τίποτα φάλτσος.

Μ. Μ: Όχι, δεν ήμουνα καλός. Μάλιστα ένας συγκρατούμενος μου του είπα ένα τραγούδι και μου λέει, τότε, ήταν εξαιρετικό! Έχει φύγει και αυτός από τη ζωή, ο Γεράσιμος Στεφανάτος. Του είπα σε ένα τραγούδι που είμαστε μόνοι μας, οι δυο μας σε κάτι κελιά και μου λέει, του λέω δεν έχω τίποτα άλλο, η φωνή μου είναι έτσι.

Όχι μου λέει, μου θύμησες τον Ρέι Τσάρλς. Εγώ που να ξέρω τώρα. Του λέω γιατί, τι είναι αυτός. Μου λέει έχει βραχνή φωνή που μοιάζει η δικιά σου.

Α. Β: Καλά, η βραχνή φωνή είναι το σήμα κατατεθέν το δικό σου, πρέπει να ελαττώσεις το κάπνισμα, δεν ξέρω αν καπνίζεις ακόμα Μάκη. Αλλά σε θυμάμαι πάντα με ένα τσιγάρο στο χέρι, οπότε λογικό να έχεις

βραχνή φωνή.

Μ. Μ: Πολύ παλιά από μικρός.

Α. Β: Λοιπόν, είπαμε ότι οι 11 που σας μπουζουριάσανε, περάσατε από δίκη. Με τι ποινές καταδικαστήκατε, γιατί αν το είπες δεν το συγκράτησα.

Μ. Μ: Ναι, εγώ καταδικάστηκα με έντεκα μήνες. Τρεις αθωώθηκαν, οι υπόλοιποι καταδικαστήκαμε με αναστολή. Εγώ πήρα μια από τις βαρύτερες ποινές, έντεκα μήνες, με αναστολή όμως. Διότι είχε γίνει τεράστια η δίκη μας. Απέκτησε τόσο μεγάλη διεθνή, όπως είπα πριν, κατάσταση, γιατί δείξανε κτυπημένους, όλα αυτά και τα λοιπά. Και ταυτόχρονα μαζικότητα στο κίνημα. Είχαν κυκλώσει τα δικαστήρια, τότε ήτανε στο Αρσάκειο, στην Πανεπιστημίου.

Α. Β: Ναι, θυμάμαι που ήτανε.

Μ. Μ: Όλη η περιοχή μέχρι την Ομόνοια ήταν τεράστιος ο κόσμος. Και συνεχώς η αστυνομία ερχότανε χτύπαγε, αλλά αυτοί δεν το βάζανε κάτω. Και ήρθανε, όπως και τώρα, συγκινούμε. Αλλά και εκεί που θυμάμαι, μέσα στην κλούβα της αστυνομίας που μας πηγαίνανε από την ασφάλεια στο Αρσάκειο μας χτυπάγανε τα παιδιά, τα τζάμια. Ο Μανώλης Μπαστάκης έξω από την Ασφάλεια μου πέταξε μια σοκολάτα. Και κλαίγαμε. Δηλαδή, όταν μας χαιρετάγανε οι άνθρωποι, κυνηγημένοι άνθρωποι από την αστυνομία, δεν τολμούσαν να πλησιάσουνε το πούλμαν, παρ' όλα αυτά ερχόσαντε και εμείς κλαίγαμε. Και λέγανε οι αστυνομικοί, αυτοί οι βάρβαροι άνθρωποι, λέγανε: «Μα πώς είναι δυνατόν αυτοί να κλαίνε και στις ανακρίσεις δεν κλαίνε;» Δεν το καταλάβαινε, δεν μπορούσαν να το καταλάβουν, δυστυχώς.

Α. Β: Και βέβαια για να δώσουμε και ένα μέτρο και της εποχής αλλά και των ηλικιών σας. Εσύ τότε ήσουν 23 χρονών, Μάκη, έτσι.

Μ. Μ: Ναι, ναι, ακριβώς, ναι.

Α. Β: Στη φωτογραφία τη γνωστή με το λαδί αμπέχονο και τα μαυρισμένα μάτια μαζί με τους συγκρατούμενους, τον Κυριάκο, τον Σταμέλο και τα άλλα τα παιδιά που και τώρα έχουν περάσει τα 70 αλλά παιδιά είναι. Οι 11 από τους 13 που είσαστε στη ζωή και θα είστε για πολλά πολλά χρόνια βέβαια, ακόμα και σας αγαπάμε και σας χρειαζόμαστε. Πολλοί ακροατές στέλνουν μηνύματα και στέλνουν τους χαιρετισμούς. Ο Νίκος ο Ανάγνου, η Μαρία η Πατσικού, ο Νίκος ο Ξεντές, ο Μιχάλης ο Μουρίκης και άλλοι που ενοχλούν τον Παντελή αλλά θα μου τα δώσει τα ονόματα πιο μετά ο Παντελής.

Μ. Μ: Ο Παντελής μου κάνει προβοκάτσια να το ξέρεις Αλέξη.

Α. Β: Πρέπει να τον τιμωρήσω έτσι δεν λες και εσύ συμφωνείς.

Μ. Μ: Επειδή αγαπιόμαστε μου κάνει προβοκάτσια κατάλαβες.

Α. Β: Κάτι τέτοια κάνει ο Παντελής και μετά διαμαρτύρεται…

Πες μας για τα τραγούδια που ακούγατε τότε. Φυσικά Θεοδωράκη και ακούγατε και τα παλιότερα και τα νεότερα τα Τραγούδια του Αγώνα, ξέρω εγώ και λοιπά που ερχόντουσαν με κασέτες με παράνομους δίσκους και λοιπά.

Μ. Μ: Και τους ξένους σταθμούς.

Α. Β: Βέβαια Deutsche Welle, Λονδίνο, Παρίσι, αλλά ακούγατε Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος προς τιμή του ήταν εδώ και στην Πλάκα, στην Λήδρα μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και το επιτελείο του και έδινε και εκείνος τη δική του μάχη. Σωστά;

Μ. Μ: Ο Γιάννης ο Μαρκόπουλος και μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη παίξανε ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του κινήματος. Σημαντικότατο. Έγιναν δύο-τρεις εκδηλώσεις. Μία από το σύλλογο των Κρητών φοιτητών που είχε τεράστια επιτυχία στο Σπόρτινγκ. Όπως και επίσης άλλη μία στο Σπόρτινγκ. Και όταν μιλάμε στο Σπόρτινγκ μιλάμε για τρεισήμισι χιλιάδες κόσμο που και στις δύο συναυλίες του βγήκε ο κόσμος και διαδήλωνε.

Α. Β: Μου το έχει πει και ο Θέμης ο Ανδρεάδης αυτό, που τραγουδούσε σε αυτή τη συναυλία στο Σπόρτινγκ ότι εξελίχθηκε σε διαδήλωση και μπορεί να είχαν και άσχημα ξεμπερδέματά οι διαδηλωτές.

Μ. Μ: Είχαμε, είχαμε. Πολύ άσχημα. Πολύ άσχημα. Αν έχω να πω μία φράση μονάχα. Τότε με πήρε ένας έτρεχα σαν τρελός μέσα στην Πατησιών και σταματάει ένα αυτοκίνητο δίπλα μου και με παίρνει. Ήταν ένα ζευγάρι μεγάλοι στην ηλικία. Με βάζουνε μέσα. Σταματάει λοιπόν αυτός. Δεν μιλάγαμε στο αυτοκίνητο. Σταματάει απ' έξω κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και μου λέει καλά σας κάνουνε. Άρχισε να κάνει τέτοια επίθεση. Του λέω γιατί μας κάνουν καλά.

Πήγαινα να του μιλήσω εγώ. Και άρχισε Αλέξη να κλαίει. Τώρα συγκινούμαι που το λέω. Να κλαίει ο άνθρωπος γιατί ήταν κομμουνιστής με έξορίες. Είχε σπουδάσει στο Πολυτεχνείο και δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Και έκανε δουλειές του ποδαριού.

Και μου λέει μπράβο. Με συγχωρείς που σου είπα στην αρχή αυτά. Γιατί φοβάμαι μήπως έχεις και εσύ αυτή την κατάληξη που είχα και εγώ.

Α. Β: Μάλιστα- μάλιστα. Λοιπόν θα ακούσουμε κανένα δύο τραγούδια οπωσδήποτε του Γιάννη Μαρκόπουλου που ήταν ο φυσικός ηχητικός πρωταγωνιστής εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή το βράδυ μπορούσατε να πάτε στην Λήδρα και να τον ακούσετε. Με αυτήν την έννοια.

Μ. Μ: Βεβαίως, βεβαίως.

Α. Β: Γιατί ο Μίκης ήταν μακριά.

Μ. Μ: Όλες οι μπουάτ παίξανε σημαντικό ρόλο τότε σε εμάς. Και από όλες οι μπουάτ να ξέρεις φεύγαμε όταν τελείωνε η παράσταση, συν ότι μπαινοβγαίνανε μπάτσοι μέσα και γινότανε διαπληκτισμοί. Φεύγαμε πάλι διαδηλώνοντας. Ομάδες, ομάδες μικρές. Δέκα, δεκαπέντε ατόμων. κατεβαίναμε από την Πλάκα και τραγουδάγαμε και γινότανε πάλι φασαρία.

Α. Β: Ναι, άμα σας λέει η Χούντα ότι σας φαίνονται τεντιμπόηδες. Αυτά κάνατε τότε βέβαια. Αστειεύομαι προφανώς. Γιατί υπάρχουν και ακροατές που δεν καταλαβαίνουν από αστεία. Να ακούσουμε δύο τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου. Το ένα με τη φωνή του αξέχαστου Νίκου Ξυλούρη. «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί». Με λόγια του Γιώργου Σκούρτη. Στην πρώτη εκτέλεση. Αυτό νομίζω γράφτηκε για μια ταινία του Μανούσου Μανουσόκη, αλλά δεν έχει και σημασία ακριβώς το πώς και πού. Σημασία έχει ότι αυτό το τραγούδι μας φέρνει αυτόματα στο μυαλό εκείνα τα ζοφερά χρόνια.

Ηχητικό με το τραγούδι: Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Α. Β: Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Γιώργου Σκούρτη στην πρώτη εκτέλεση με τον Νίκο Ξυλούρη. Και εμείς συνεχίζουμε τη συζήτησή μας εδώ με τον Μάκη Μπαλαούρα, 53 χρόνια και 3 μέρες μετά τη δίκη των 11 σε αυτή την καταπληκτική καμπή του αντιδικτατορικού κινήματος που βεβαίως οδήγησε τέτοιες μέρες μετά στη κατάληψη της Νομικής με πολύ περισσότερο κόσμο. Αλλά πριν φτάσουμε στα απότοκα ας πούμε αυτής της υπόθεσης, να ρωτήσω πόση σημασία και πόσο ρόλο έπαιξε η μουσική στη ζωή σας εκείνα ειδικά τα χρόνια Μάκη.

Μ. Μ: Πάρα πολύ, εγώ και το γράφω και αυτό έχω θεωρήσει ότι τότε οι διανοούμενοι που ήταν και οι καλλιτέχνες και οι άνθρωποι, οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής δεθήκαμε. Αλληλοεπηρεαζόμαστε. Δηλαδή σου είπα προηγουμένως για τον Μαρωνίτη ότι έγραψε για μας και έγραψε ότι τον επηρεάσαμε με τη στάση μας.

Το ίδιο και οι καλλιτέχνες, η μουσικοί. Είπαμε το τραγούδι «Τα δώδεκα παιδιά». Είναι και πολλά άλλα που εμπνεύστηκαν από τον αγώνα τότε εναντίον της δικτατορίας και ο Θεοδωράκης και ο Μαρκόπουλος φυσικά και πολλοί άλλοι. Ο Λοΐζος. Άρα σαν να είμαστε αγκαλιασμένοι με αυτούς.

Α. Β: Ναι, καταλαβαίνω.

Μ. Μ: Πάρα πολύ. Δηλαδή η μπουάτ ήταν για μας ας πούμε εφαλτήριο. Δεν ήταν ότι απλώς πηγαίναμε για να ξεφύγουμε από το μυαλό μας να έχουμε μία επαφή. Ήταν και τόποι και χώροι στρατολόγησης. Βρίσκαμε κόσμο. Του λέγαμε έλα εδώ κουβεντιάζαμε μαζί τους. Τους πείθαμε. Πολλά πράγματα δηλαδή. Σημαντικός ο ρόλος. Και να πω και κάτι άλλο. Πότε θα κάνει ξαστεριά το ριζίτικο που το εμφάνισε ο Μαρκόπουλος με το Ξυλούρη, έγινε ο Θούριος μας.

Α. Β: Παραμένει ο Θούριος και σήμερα αυτό το τραγούδι. Δεν έχει χάσει την επικαιρότητά του.

Μ. Μ: Βεβαίως, βεβαίως.

Ο αγαπημένος φίλος και σύντροφος Πάνος Γεραμάνης

Α. Β: Έτσι ακριβώς. Να πούμε και για κάποιους άλλους ανθρώπους που δεν είναι πια στη ζωή αλλά που συνετέλεσαν αθόρυβα. Σιγοντάρισαν μάλλον αθόρυβα τον αγώνα σας. Ας πούμε ο μακαρίτης ο Πάνος ο Γεραμάνης που έχω διαβάσει μια καταπληκτική σου αφήγηση που πήγες να δώσεις ανυποψίαστος τότε στην Απογευματινή δούλευε; Δεν θυμάμαι πού ακριβώς.

Μ. Μ: Δούλευε στην Ακρόπολη ο Πάνος.

Α. Β: Και πήγες να δώσεις ένα αντιδικτατορικό μανιφέστο με τις υπογραφές σαν να μην τρέχει τίποτα.

Μ. Μ: Εμένα και του Παπαχρήστου.

Α. Β: Και πριν προλάβεις να φύγεις, ένας έτσι ευτραφής αλλά ευκίνητος τύπος σε πιάνει και σου λέει άνθρωπέ μου αυτά τα κείμενα δεν τα διακινούμε με τα ονόματά μας γιατί θα σε πιάσουν και κινδυνεύεις. Και σε έσωσε βέβαια ο Πάνος έτσι δεν είναι;

Μ. Μ: Ο Πάνος ήταν μια προσωπικότητα που δυστυχώς μας έφυγε πολύ νωρίς. Εξαιρετική από όλες τις απόψεις. Καταρχήν έχει μια δράση που δυστυχώς δεν αναφέρεται τόσο πολύ όσο θα έπρεπε. Στην δικτατορία ήταν ο άνθρωπος που έδινε τις ειδήσεις στους ξένους ανθρώπους. Έμπαινε σε ένα θάλαμο παρά το πάχος του, που έφτασε ο Θεοδωράκης μετά από την χούντα να του πει, γιατί του είχε πάρει συνέντευξη επί χούντας του Θεοδωράκη ο Γεραμάνης. «Μα εσύ πως χώραγες στο θάλαμο;».

Α. Β: Μέσα από το θάλαμο η συνέντευξη.

Μ. Μ: Ναι, ναι, ναι.

Α. Β: Χριστός και Απόστολος που λένε.

Μ. Μ: Ο Πάνος ήταν ο άνθρωπος για παράδειγμα καταλάβεις που έδωσε την είδηση ότι με έπιασαν, γιατί ήμουν αγνοούμενος, με έπιασε η ΕΣΑ. Ο Πάνος την έδωσε.

Α. Β: Κατάλαβα, κατάλαβα.

Μ. Μ: Και αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Γιατί δεν μπορούσαν να μας διαλύσουν τελείως. Δεν μπορούσαν να μας κάνουν με ανήκεστο βλάβη. Ξέρανε πια ότι μας έχει η ΕΣΑ.

Α. Β: Και βέβαια να σημειώσουμε ότι ο Πάνος Γεραμάνης ήταν και παρέμεινε ορθόδοξος κομμουνιστής και δεν είχε πολλά πολλά ιδεολογικά με σάς τους αναθεωρητές. Αλλά σας αγαπούσε βέβαια.

Μ. Μ: Όχι, να σου πω. Όταν γνωριστήκαμε ο Πάνος είχε μία γκαρσονιέρα ακριβώς στην Πλατεία Εξαρχείων και μάλιστα μου είχε δώσει και το κλειδί και είχε πάνω από το κρεβάτι του μία μικρή γκαρσονιερούλα ήταν είχε φωτογραφίες της δίκης των Ρηγάδων με τα δύο κλιμάκια των Ρηγάδων και μετά έβαλε και τους 12 έβαλε και τη δίκη τη δικιά μας των 11, ο Πάνος. Δηλαδή δεν ήταν φανατικός. Βεβαίως έγινε στην πορεία συντάχτηκε με το ΚΚΕ. Και έχει μία πλάκα που θα την πω για ένα δευτερόλεπτο ότι όταν πέθανε ο Βάρναλης και είχαμε πάει στο νεκροταφείο ο Πάνος ήθελε να πετάξει μέσα στον τάφο του όπως και πολλοί άλλοι από το ΚΚΕ να πετάξουν τον Ριζοσπάστη και πατάει σε έναν τάφο ο Πάνος και όπως ήτανε χοντρός και βαρύς ήτανε φρέσκος ο τάφος πέφτει μέσα και έσπασε το πόδι του και έτσι είχε την τύχη από την άλλη μεριά να γνωρίσει τη γυναίκα του τη Ναυσικά. Μία εξαιρετική κυρία.

Α. Β: Α’ που ήτανε νοσοκόμα η Ναυσικά. Μέσω Ριζοσπάστη και μέσω του Βάρναλη

Μ. Μ: Και τον κουβάλαγα εκεί πέρα να τον πάμε στο νοσοκομείο και έτσι… Ήτανε εξαιρετικός ο Πάνος

Α. Β: Επαυξάνω από τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα. Έλα να ακούσουμε ακόμα ένα τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου που εδώ θα το ακούσουμε από τον ίδιο «Και εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί θα χαθεί» λένε οι στίχοι του Μήτσου Κασόλα, είναι από την ταινία του Ντασέν και είναι ο Μαρκόπουλος εκεί αναμαλλιασμένος και παίζει στο πιάνο με τους φοιτητές που αναπαριστά την εξέγερση η ταινία και τραγουδάει ακριβώς αυτό το «παπα ντοπ ντοπ ντοπ» που καταλήγει στην επωδό «Και εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί»

Ηχητικό με το τραγούδι: «Και εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί»

Α. Β: Λοιπόν, πήραμε κλίμα και από τον Μαρκόπουλο...

Μ. Μ: Θέλω να πω κάτι για αυτό το τραγούδι. Να πω κάτι, Αλέξη, για αυτό το τραγούδι. Εγώ το είχα ακούσει από την Deutsche Welle που είχε βγει ο Θεοδωράκης τότε, η Μελίνα, ο Μαρκόπουλος λίγο πριν με πιάσουν στην ΕΣΑ. Και μου είχε εντοπιστεί στη μνήμη και προσπαθούσα να το ερμηνεύσω. Έδωσα δύο ερμηνείες εναλλακτικές. Η μία είναι ότι εκείνος που σωπαίνει, βλέπει τα γεγονότα, τη δικτατορία και σωπαίνει, θα χαθεί απ' την ιστορία, θα εξαφανιστεί απ' την ιστορία. Η άλλη που με βόλευε εμένα ερμηνεία είναι ότι αν σωπάσεις στα βασανιστήρια, θα χαθείς από τα βασανιστήρια, θα σε αφανίσουν. Και με βόλευε αυτό ότι προτιμούσα να με βασανίζουν και να είμαι σιωπηλός ακόμα και όταν με βασανίζουν. Αυτό ήταν το θυμάμαι.

Α. Β: Μάλιστα. Σαφές και αυτό που λες. Να πούμε ότι εσύ που διατέλεσες ο τελευταίος τεντιμπόης, έτσι, κατά τα δικά σου λεγόμενα, δεν το λέω εγώ, αυτές τις περιπέτειες του τελευταίου θα τις κάνεις βιβλίο που θα κυκλοφορήσει οσονούπω και όταν λέμε ως ο οσονούπω σε κανένα δίμηνο, έτσι, από τους εκδόσεις Θεμέλιο. Τον ιστορικό εκδοτικό οίκο.

Μ. Μ: Από το Θεμέλιο, ναι, το έχω το δώσει, γίνεται τώρα κάποιες μικροδιορθώσεις και θα πάρει τη σειρά του, πιστεύω, να βγει μέχρι την 21η Απριλίου, να έχει βγει αυτό το βιβλίο.

Α. Β: Ωραία. Και εφόσον τότε... Περιγράφει όλα αυτά τα πράγματα, ναι. Και εφόσον τότε δεν θα έχεις και το μικρό θέμα με την κοίλη που πέρασες, θα έρθεις από το στούντιο να το παρουσιάσουμε το βιβλίο, από τώρα σε αγκαζάρω και το ξέρεις.

Μ. Μ: Βεβαίως, βεβαίως, βεβαίως. Αλλοίμονο. Θέλω να ευχηθώ και εγώ πολύ χρόνο στο Κόκκινο και συμφωνώ με αυτά που άκουσα από τον Φοίβο Δηληβοριά να μην τα επαναλαμβάνω για να τελειώσει η εκπομπή, όπως θέλεις εσύ να τελειώσει.

Α. Β: Δεν προλάβαμε να ακούσουμε ένα μεγάλο τραγούδι σε διάρκεια του Μίκη Θεοδωράκη και του Μανώλη Αναγνωστάκη από τις Αρκαδίες, αυτός ο Χάρης 1944. Δυστυχώς δεν μπορεί να μπει.

Μ. Μ: Εγώ θέλω να πω μία φράση μόνο, ελπίζω. Εγώ, όταν σκεφτόμουν αν θα βγω από την ΕΣΑ και όταν βγήκα τραγούδαγα το τραγούδι του Σαββόπουλου «Κι αν βγω από αυτή τη φυλακή».

Α. Β: Θες να το ακούσουμε τώρα αυτό το τραγούδι. Η Δημοσθένους λέξη είναι να κλείσουμε αυτό το τραγούδι. Βεβαίως.

Μ. Μ: Και επίσης και το τραγούδι του Μίκη μαζί το πήγαινα, περπάτησα γύρω στα 12-13, δεν ξέρω πόσα, χιλιόμετρα είναι από την ΕΣΑ στον Άγιο Σώστη και τραγούδαγα αυτά τα δύο τραγούδια το βράδυ που μου απολύσανε, το «Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα».

Α. Β: Δρόμοι παλιοί βέβαια. Του Αναγνωστάκη οι στίχοι. Λοιπόν ακούμε τον Διονύση Σαββόπουλου στη Δημοσθένους λέξη από το Βρώμικο Ψωμί. Μάκη σε ευχαριστώ για όλα. Θα σε ευχαριστήσω και σε δύο μήνες που θα ξανάρθεις εδώ στο Κόκκινο να μας τα πεις από το στούντιο. Καλή επιτυχία στο βιβλίο που θα βγω.

Μ. Μ: Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ Αλέξη που κουβεντιάσαμε. Και ο κόσμος το ευχαριστήθηκε. Οι νέοι άνθρωποι να μάθουν μερικά πράγματα.

Α. Β: Έτσι ακριβώς. Μείνετε συντονισμένοι λοιπόν φίλες και φίλοι μετά το Δελτίου Ειδήσεων επέρχεται η Μαρία Αθανασούλια. Ευχαριστώ τον Γιάννο Ηλιάδη και τον Παντελή Νταβανέλο, από τον Μάκη Μπαλαούρα και εμένα, τον Αλέξη Βάκη. Γεια σας και χαρά σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς Αναρτήσεις