Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιφυλλίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιφυλλίδες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2008-11-21

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ Oι κρατούμενοι κέρδισαν την κοινωνία, έστειλαν μήνυμα ότι ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που δεν γίνεται

Ήταν μια συγκλονιστική μάχη. Ήταν ένας αγώνας μέσα και έξω από τις φυλακές. Ήταν ένα μάθημα αγώνα και αξιοπρέπειας. Χιλιάδες άνθρωποι μέσα στις φυλακές όρθωσαν το ανάστημά τους και διεκδίκησαν τα αυτονόητα: σεβασμό, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, εξανθρωπισμό ενός συστήματος που βασίζεται στη βία, το φόβο, την καταστολή. Και οι κρατούμενοι κέρδισαν την κοινωνία, έστειλαν μήνυμα ότι ο μόνος αγώνας που χάνεται είναι αυτός που δεν γίνεται.

Δώσαμε όλοι και όλες μαζί μια μεγάλη μάχη. Οι κρατούμενοι\ες, το κίνημα αλληλεγγύης, οι ευαισθητοποιημένοι πολίτες. Ήταν ένας όμορφος αγώνας. Και αυτός ο αγώνας δημιούργησε ρωγμές. Τα ψηλά τους τείχη, τα συρματοπλέγματα, οι βαρειές σιδερένιες πόρτες, δεν μπόρεσαν να κρύψουν τις φωνές των χωρίς φωνή, δεν μπόρεσαν να φυλακίσουν την οργή και την απελπισία.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης, κάτω από την πίεση του κινήματος, αναγκάστηκε να κάνει υποχωρήσεις. Ωστόσο, οι κρατούμενοι/ες δεν σταματούν. Το κίνημα αλληλεγγύης δεν σταματά. Θα συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο, με την ίδια συνέπεια, με την ίδια αποφασιστικότητα, με τον ίδιο ενθουσιασμό. Όπως τότε, που η Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων, έκανε τα πρώτα της βήματα. Για να μην υπάρξουν ποτέ 15χρονοι Ματιέα που να χάνουν τη ζωή τους μέσα στην «τρέλα» και την βαρβαρότητα της φυλακής.

Το πρώτο βήμα έγινε. Έχουμε να κάνουμε πολλά περισσότερα. Οι ανθρωποφύλακες δεν μπορούν, πλέον, να δρουν ανενόχλητοι. Θα συνεχίσουμε μέχρι να πάψει να βασιλεύει η αδικία μέσα στις φυλακές. Θα συνεχίσουμε μέχρι και ο τελευταίος κρατούμενος να έχει κατοχυρώσει τα δικαιώματά του. Θα συνεχίσουμε μέχρι να καταργηθούν ολοκληρωτικά τα 4/5, μέχρι οι άδειες να είναι μια πραγματικότητα, χωρίς να μπαίνουν εμπόδια. Θα συνεχίσουμε μέχρι να καταργηθεί το αίσχος των φυλακών ανηλίκων, μέχρι οι δικαστές να σταματήσουν να μοιράζουν χρόνια σαν στραγάλια. Θα συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε και να παλεύουμε για μια κοινωνία που οι φυλακές θα είναι ένα μακρινό και σκοτεινό παρελθόν.

Η Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων χαιρετίζει τους χιλιάδες αλληλέγγυους και αλληλέγγυες, τα αδέλφια μας μέσα στις φυλακές, όλες τις κινήσεις και ομάδες που μέσα από διαφορετικούς δρόμους συμπαραστάθηκαν στον αγώνα των κρατουμένων, τις οικογένειες και τους συγγενείς τους, οι οποίοι βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις συνεχείς διακρίσεις.

Μόνο αυτή την υπόσχεση δίνουμε. Θα συνεχίσουμε γιατί το πάθος για τη λευτεριά είναι δυνατότερο απ΄ όλα τα κελιά.

Για περισσότερες πληροφορίες Αννίτα Μιχαηλίδου 6946391657, Πάνος Λάμπρου 6944 361139, Ιωάννα Δρόσου 6936514299

2003-03-17

Έλλην κλέφτης μοτοποδηλάτων

ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ από την Τράπεζα της Ελλάδος επισκέφτηκε τους Αγίους Σαράντα στην Αλβανία, όχι για επιχειρηματικούς λόγους, αλλά γιατί εκεί κτίζεται με απόφαση του τότε Διοικητή της Τράπεζας κ. Τίμου Χριστοδούλου μια μεγάλη εκκλησία. Δεν είναι η ώρα να συζητήσει κανείς ποια η ανάγκη για την ανέγερση εκκλησίας ή σχολείου ή ιατρικού κέντρου.

Η άφιξη στους Αγ. Σαράντα έγινε μέσω Κέρκυρας. Η απόσταση είναι ελάχιστη, πράγμα που μου θύμισε τις αποδράσεις μερικών αγωνιστών κρατουμένων από τις φυλακές Κέρκυρας, που είτε με βάρκα, είτε κολυμπώντας πέρασαν στη «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας», η κυβέρνηση της οποίας τους μισούς τους φυλάκισε γιατί εισήλθαν παράνομα στη χώρα, τους άλλους μισούς τους επέστρεψε στη χούντα… Έτσι σταμάτησαν και οι αποδράσεις…

Στο καραβάκι που μας πήγαινε, εκτός από μας ήταν Αλβανοί και ένας εισαγωγέας αγροτικών προϊόντων με το βοηθό του τον Κυριάκο. Ο τελευταίος, τύπος γαβριά, συνεννοείτο άνετα σε εύθυμους τόνους με τους Αλβανούς είτε χρησιμοποιώντας λέξεις αλβανικές είτε ελληνικές είτε με γκριμάτσες. Κορίνθιος αυτός, Ηλείος εγώ, οι μόνοι κάτω από το αυλάκι στο καράβι, μου έδειξε συμπάθεια, ενημερώνοντάς με για τη ζωή εκεί, για διασκεδάσεις και για ισοτιμίες Λεκ-Δραχμών.

Οι Αγ. Σαράντα, ένας τόπος που πρέπει να υπήρξε όμορφος με παραλία γεμάτη φοίνικες, είναι σήμερα καταστραμμένος. Από τη μια μεριά οι πολυκατοικίες του Εμβρέμ, από την άλλη το ερειπωμένα παλιά αρχοντικά. Η παραλία της έχει καταληφθεί από αυθαίρετα κτίσματα νεόπλουτων Αλβανών, προκλητικά μέσα στη φτώχεια και τη μιζέρια του χώρου. Οι δρόμοι μέσα στη λάσπη, γεμάτοι τεράστιες τρύπες. Εκείνο που σ’ εντυπωσιάζει, όμως, είναι τα αυτοκίνητα. Στα έντεκα, οι εννιά είναι Μερσεντές, παλιά και νέα μοντέλα, μία BMW και το ενδέκατο άλλη μάρκα.

Μοτοσικλέτες κυκλοφορούσαν ελάχιστες, ποδήλατα καθόλου.

Πήγαμε στην εκκλησία, ένας τεράστιος χώρος και με αίθουσες πολλαπλών εκδηλώσεων. Κάποια στιγμή αποφάσισα να τριγυρίσω στην πόλη, να δω τα μαγαζιά και τα σπίτια τους. Κάτω στην παραλία με τους φοίνικες ακούω να με να με φωνάζουν. Ήταν ο Κυριάκος, ο Κορίνθιος, όπως του άρεσε να συστήνεται.

Μ’ οδήγησε σ’ ένα καρόδρομο σχεδόν ερημικό. Μπρος από ένα εγκαταλειμμένο σπίτι στεκόταν επιβλητικά μια μοτοσικλέτα BMW, Κ.1.200, με αλουμινένιες κεφαλές και εξατμίσεις. Έλαμπε μέσα στην ασχήμια του χώρου. Ο Κυριάκος, αφού την περιεργάστηκε άρχισε να τη χαϊδεύει. «Θα κάνω μια βόλτα, δεν θα με δει κανείς», μου είπε. «Έτσι, μόνο 200 μέτρα». Προσπάθησα να τον αποτρέψω, αυτός είχε πυρετό πάθους στα μάτια του. Δεν άκουγε τίποτα.

Τα κλειδιά πάνω στη μηχανή του έγνεφαν προκλητικά. Έφυγε σαν σίφουνας στον λασπωμένο δρόμο. Συνεπής, όμως, γύρισε σχεδόν αμέσως. Ξαφνικά ο Κυριάκος σωριάστηκε κάτω, αφού ακούστηκε πρώτα ένας ξερός, δυνατός κρότος. Ο Αλβανός ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας έφτασε με το καλάσνικοφ. Εγώ γλύτωσα τη ζωή μου, όμως με συνέλαβαν σαν συνεργό.

Στις τρεις μέρες που ήμουν κρατούμενος, μέχρι να αποφασίσει ο εισαγγελέας, στη χώρα τους είχε ξεσηκωθεί το σύμπαν. Εφημερίδες ραδιόφωνα τηλεοράσεις. «Κωλοέλληνες, ληστές, κατσαπλιάδες, εκμεταλλευτές» μας ανέβαζαν και μας κατέβαζαν. Έτσι ήταν πάντα οι Έλληνες έλεγαν, δεν έχουν αλλάξει.

Έγκριτοι καθηγητές της Νομικής Σχολής με βαρύγδουπο ύφος μιλούσαν για νόμιμη αυτοάμυνα. Στα Τίρανα που μας πήγαν, τον Αλβανό εγκληματία το δικαστήριο αφήνοντας τον ελεύθερο, σήκωσαν στα χέρια οι συμπατριώτες του ως σαν να ήτανε ο νέος Σκερντέμπεης. Εμένα, εμφανώς αμέτοχο στην όλη ιστορία επιχείρησαν να με λιντσάρουν

Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα. Η προηγούμενη μέρα στο καράβι με τις αφηγήσεις και το παράπονο των Αλβανών μεταναστών μου είχαν αν αντιστρέψει την εικόνα, οδηγώντας με στον εφιάλτη που ένιωσα.

Άραγε, ποιες να ’ναι οι δόσεις της εθνικογενετικής εγκληματικότητας, που κάνει τους λαούς να σηκώνουν στα χέρια τους δολοφόνους ανθρώπων που έκλεψαν ένα βίντεο, μια μοτοσικλέτα ή ένα καρβέλι;

Ποια η μετάλλαξη αντιδικτατορικών καθηγητών που βάζουν στην ίδια στάθμη τον δολοφόνο με τον κλέφτη και τον μικροαπατεώνα;
Μάκης Μπαλαούρας
Πηγή: «Επιφυλλίδες στην ΕΠΟΧΗ»

2003-01-26

«Η εξερεύνηση της Κύπρου» Εκδήλωση της «ΕΠΟΧΗΣ» για το Κυπριακό και με αφορμή το Σχέδιο Ανάν (21.1. 2003)

Με Έλληνες & Τούρκους Κυπρίους*

Εισήγηση του Μάκη Μπαλαούρα*

«Η «Εποχή» από τις πρώτες μέρες της κυκλοφορίας της εδώ και 13 χρόνια έχει ασχοληθεί σε βάθος με το Κυπριακό πρόβλημα παρουσιάζοντας τις θέσεις των αριστερών κομμάτων και των δύο κυπριακών κοινοτήτων.

Έτσι δείξαμε στους αναγνώστες μας -και όχι μόνο- ότι στην Κύπρο ζουν και Τουρκοκύπριοι. Η εφημερίδα μας έχει πάρει συνεντεύξεις από τον Γ Βασιλείου όταν ήτανε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Δημήτρη Χριστόφια Γενικού Γραμματέα του ΑΚΕΛ, τότε που έγινε η μεγάλη στροφή στην πολιτική της Κύπρου για την ένταξη της στην ΈΕ.

Επανειλημμένα φιλοξενήσαμε άρθρα των επικεφαλής των αριστερών κομμάτων της ΤΚ κοινότητας όπως του Ταλάτ και του Ιζκάν τον οποίο μάλιστα κάλεσε στο προ 4ετίας φεστιβάλ της προκειμένου να συζητηθεί το κυπριακό μαζί με τον Γ . Κολοκασίδη του Πολιτικού Γραφείου του ΑΚΕΛ.

Ιδιαίτερους δεσμούς έχει αναπτύξει με τον Σενέρ Λεβέντ, εκδότη της εφημερίδας «Africa», γνωστό για τις ριζοσπαστικές απόψεις του και για τις σκληρές διώξεις του από το καθεστώς Ντενκτάς. Τέλος, δίνοντας μεγάλη σημασία σε κοινωνικά κινήματα, όπως το εργατικό, πήρε συνέντευξη από τους επικεφαλής των μεγαλύτερων εργατικών συνομοσπονδιών και από τις δύο κοινότητες.

Περηφανευόμαστε λοιπόν γιατί όχι μόνο ασχοληθήκαμε με το σημαντικό αυτό ζήτημα όταν τα άλλα ΜΜΕ αγνοούσαν το τι γίνεται στο νησί και κυρίως την τουρκοκυπριακή πλευρά, αλλά κυρίως υπερηφανευόμαστε γιατί θεωρούμε ότι προσφέραμε στην σε βάθος κατανόηση του προβλήματος.

Αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα

Είκοσι οχτώ χρόνια από την εισβολή της Τουρκίας το νησί παραμένει διχοτομημένο Από τη μια πλευρά μια δημοκρατία που παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν -όπως τα άλλα κράτη του ώριμου καπιταλισμού- προχώρησε οικονομικά και πολιτικά. Από την άλλη ένα αυταρχικό καθεστώς που στηρίζεται στις τουρκικές στρατοκρατικές δυνάμεις και που οδήγησε στην μετανάστευση το 40% των Τουρκοκυπρίων και στην είσοδο 115.000 εποίκων.

Σήμερα μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. και την υποβολή του σχεδίου Ανάν υπάρχουν τρεις λύσεις.

Η πρώτη να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν, δηλαδή την de facto διχοτόμηση, αναμένοντας καλύτερες μέρες, οι οποίες δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα έρθουν όπως δεν ήρθαν τα προηγούμενα 28 χρόνια που οι συνθήκες ήταν καλύτερες.

Η δεύτερη να επιβληθεί και de jure διχοτόμηση. Αυτή η λύση θα ήταν ίσως ενδιαφέρουσα αν πίσω από την γκριζοπράσινη διαχωριστική γραμμή δεν υπήρχαν 45.000 ετοιμοπόλεμοι στρατιώτες με προηγμένο οπλισμό που συνεχώς θα δημιουργούν συνθήκες ανασφάλειες στους κατοίκους του νησιού και ιδίως στους Ελληνοκύπριους.

Εμείς, αν και γνωρίζουμε ότι το σχέδιο Ανάν δεν ικανοποιεί πλήρως το περί δικαίου αίσθημα και δημιουργεί πιθανές προϋποθέσεις πολιτικών προβλημάτων στο εγγύς μέλλον (με τη βοήθεια μάλιστα προκλήσεων) είμαστε έντονα υπέρ της αποδοχής του ως βάση διαπραγμάτευσης, αν και οφείλουμε να πούμε ότι τα περιθώρια διαπραγμάτευσης είναι πολύ μικρά δεδομένου ότι το σχέδιο Ανάν είναι ο μέσος όρος των θέσεων των δύο πλευρών.

Είμαστε υπέρ της επίλυσης και για έναν επιπλέον -σημαντικότατο- λόγο. Το ότι όλοι οι Τουρκοκύπριοι αψηφώντας τα τανκ και τον αυταρχισμό βγήκαν στους δρόμους ζητώντας την επανένωση του νησιού. Κι εμείς, ως αριστεροί δεν πρέπει να μην πάρουμε σοβαρά υπόψη μας το γεγονός αυτό, όταν μάλιστα ενισχύονται και από παρόμοιες (αν και όχι ανάλογες) πρωτοβουλίες των Ελληνοκυπρίων.

Τέλος, είμαστε υπέρ γιατί πιστεύουμε ότι εντός της Ε.Ε.- παρά τα τεράστια προβλήματα λόγω της νεοφιλελεύθερης πορείας της- οι εθνικές διαφορές και οι αντιπαραθέσεις σμικρύνονται και το κενό αυτό το καλύπτουν οι ταξικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις. Ο ιστορικός και οδυνηρός συμβιβασμός, όπως τον χαρακτήρισε ο Δημήτρης Χριστόφιας, είναι πια η μόνη προωθητική δυνατότητα που υπάρχει.
Ας την δοκιμάσουμε».

* Μίλησαν:
Νίκος Κατσουρίδης διευθυντής εφημερίδας «Χαραυγή», μέλος του ΠΓ του ΑΚΕΛ. βουλευτής,
• Μεχμέτ Σεγίς Γενικός Γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Τουρκοκυπρίων εργαζομένων (DEV-IS) και
• Σεβγιούλ Ουλουντάγκ, δημοσιογράφος της τουρκοκυπριακής εφημερίδας «Yeniduzen» φεμινίστρια.
• Οι Τουρκοκύπριοι προσκεκλημένοι είναι κεντρικά στελέχη της πλατφόρμας «Αυτή η χώρα είναι δική μας» που συντονίζει τις διαδηλώσεις.
• Ο Μάκης Μπαλαούρας από την Εποχή άνοιξε και συντόνισε την εκδήλωση.

Τίτλοι των ομιλιών:
Της Σεβγιούλ Ουλουντάγκ ήταν: «Οι Τουρκοκύπριοι έπαψαν να είναι αόρατοι»
Του Μεχμέτ Σεγίς: «Είμαστε καταδικασμένοι να συνεργαστούμε».
Του Νίκου Κατσουρίδη ήταν: «Χρειάζεται λύση που να εκφράζει και τις δύο κοινότητες»

Πηγή: ΕΠΟΧΗ 26 Ιανουαρίου 2003

2002-09-01

Με αφορμή τη εξάρθρωση της 17Ν: Αμερικανοί και λοιπά κέντρα επιχειρούν την ηθική απαξίωση της Αριστεράς Θα πάρουν τη ρεβάνς; Πηγή: Η Εποχή 1/9/2002

Του Μάκη Μπαλαούρα

Ούτε στην πτώση της δικτατορίας ούτε στην δίκη των πραξικοπηματιών και των βασανιστών της χούντας ούτε στους σεισμούς της Αθήνας καταναλώθηκε τόσο μελάνι και ηχητικός χρόνος (αφαιρώντας τον τηλεοπτικό χρόνο γιατί τότε δεν υπήρχε «ελεύθερη» τηλεόραση), όπως έγινε με το μοιραίο χτύπημα των διωκτικών αρχών προς την 17Ν. Είναι άραγε τόσο σημαντικό θέμα που ξεπερνά κατά πολύ όλα τ’ άλλα, η 17Ν;

Πόσο απασχόλησε την κοινωνία και πόσο διαμόρφωσε την πολιτική ζωή της χώρας η δράση της στην περίοδο των 27 χρονών της ύπαρξης της; Με εξαίρεση το πρώτο διάστημα που κέντριζε το ένστικτο περί δικαίου των πολιτών, καμιά άλλη σημαντική επιρροή δεν είχε στα μαζικά και κοινωνικά κινήματα.

Το αντίθετο· έδινε με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου τα προσχήματα για περιστολή των πολιτικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Ας τελειώνουμε με την 17Ν λοιπόν. Άλλωστε έχουν γραφτεί τόσα. Μονάχα μία παρατήρηση. Οι αβίαστες ομολογίες και κυρίως το αλληλοκάρφωμα των μελών της δεν οφείλεται στο ότι είναι κιοτήδες ή κότες (όπως τους κράζουν οι ποινικοί κρατούμενοι). Σε τελική ανάλυση τέτοιοι τύποι παρά τη σιγουριά τους που τους έδινε το 45τάρι ή το θράσος τους ή η ανικανότητά της αστυνομίας δε φοβήθηκαν τους ανακριτές, οι οποίοι μάλιστα δε τους άσκησαν καμιά βία για να ομολογήσουν τα όσα έκαναν (και όσα πιθανόν δεν έκαναν, προκειμένου η αστυνομία να συμπληρώσει ή να καλύψει τα κενά του παζλ), ούτε καν τους αμερικανούς με το διακοσμημένο με φωτογραφίες του Γκουαντανάμο, διπλανό γραφείο.

Η συμπεριφορά τους οφείλεται στο γεγονός ότι αντιλήφθηκαν το απόλυτο αδιέξοδο των πράξεων τους, την απόλυτη πολιτική και κοινωνική μοναξιά τους, την ιδεολογική και πολιτική κενότητα τους.

Δεν έμοιαζαν ούτε στο ελάχιστο με τους παλιούς κομμουνιστές και αριστερούς που πήγαιναν στο απόσπασμα ή πέθαιναν από τα βασανιστήρια με ψηλά το κεφάλι, γιατί ήξεραν ότι υπηρετούν το όραμα μιας καλύτερης κοινωνίας, γιατί πίστευαν ακράδαντα ότι το παράδειγμά τους θα πυρπολήσει χιλιάδες άλλους ανθρώπους! Αυτοί λογοδοτούσαν στην κοινωνία και στην ιστορία.

Γιατί υπήρξε η 17 Ν;

Λέγεται, και είναι καταρχήν σωστό, ότι τέτοια φαινόμενα θα γεννιούνται στην χώρα μας και διεθνώς όσο δεν επιλύονται τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Η θέση αυτή απάντα μερικώς στο ερώτημα. Σ’ αυτόν τον ισχυρισμό όμως πρέπει να προστεθεί και η ταυτόχρονη απουσία (επί της ουσίας) της Αριστεράς στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, η Φράξια Κόκκινος Στρατός, η GRAPO που γεννήθηκαν και ισχυροποιήθηκαν εξαιτίας και των δύο αυτών παραγόντων.

Στην Ελλάδα μετά την μεταπολίτευση -παρά το φωτοστέφανο της αντιδικτατορικής πάλης- τα κόμματα της Αριστεράς φάνηκαν ανίκανα να απαντήσουν στα προβλήματα και να κινητοποιήσουν τους εργαζόμενους. Το ΚΚΕ Εξωτερικού, παρά τις νέες ρηξικέλευθες θέσεις του, χαρακτηρίστηκε κυρίως από την δεξιά και συμβατική γραμμή του (ΕΑΔΕ). Το ΚΚΕ βρισκόταν μόνιμα σε αναχωρητισμό με τα μάτια στραμμένα στον Στάλιν και στην ΕΣΣΔ. Αν προσθέσει κανείς και την μεταξύ τους αντιπαλότητα, καθώς και τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, η Αριστερά έδειξε πως είναι ανήμπορη να απαντήσει στα κοινωνικά προβλήματα.
Το κενό αυτό προσπάθησαν να το «καλύψουν» η17Ν και ο ΕΛΑ, έστω κι αν τα μηνύματα τους αφορούσαν μόνο τους αμερικανούς και τους χουντικούς.

Ο «αυτόνομος» λόγος των ΜΜΕ

Αν μέχρι την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού είχε ασκηθεί με έντονη κριτική για το ρόλο το ΜΜΕ και ιδιαίτερα της τηλεόρασης, μετά το γεγονός αυτό τα ΜΜΕ δείχνουν αυτονομούνται πλήρως από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις και να καθοδηγούνται ιδεολογικά από ένα πλέγμα φανερών και μυστικών υπηρεσιών, στον οποίο κεντρικό ρόλο προφανώς παίζουν οι ξένες.

Οι υπηρεσίες αυτές διαμορφώνουν μια στρατηγική που αποσκοπεί στον ευτελισμό της αντιδικτατορικής πάλης και της Αριστεράς. Σ’ αυτό το στημένο παιχνίδι συμμετέχουν πράκτορες της ΚΥΠ, φασίστες, εθνικιστές, ακόμα και στρατοδίκες της χούντας, αλλά δυστυχώς και μία μικρή ομάδα δήθεν «υπευθύνων» αριστερών.

Που αποσκοπούν;

Μετά τον εμφύλιο για την πολιτική και οργανωτική της ήττα η Αριστερά χρειάστηκε λιγότερο από επτά χρόνια για να ορθοποδήσει, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να γίνει διά της ΕΔΑ, ακόμα και αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Αριστερά δεν είχε ηττηθεί ηθικά. Το ίδιο συνέβη και μετά την δικτατορία. Τα κόμματα της Αριστεράς δεν μπήκαν ποτέ στο περιθώριο, παρά την «δεξιά» πολιτική τους ακόμα και όταν τα εκλογικά ποσοστά της ήταν χαμηλά, το ειδικό βάρος της Αριστεράς στην κοινωνία ήταν μεγάλο. Το βάρος αυτό της έδινε και της δίνει τη δυνατότητα να ακούγεται η φωνή της στα συνδικάτα, στα κινήματα, σε όλη την κοινωνία. Η Αριστερά είναι η τελευταία ασπίδα για την υπεράσπιση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων -που θίγονται αυτή την περίοδο βάναυσα- για την αντιπαράθεση στα γεράκια των πολέμων και των σφαγών, για όλα όσα υπερηφανευόμαστε ότι έχουμε κατακτήσει σε μια, γενικώς, δημοκρατική κοινωνία, όσο κοινωνικά ανάπηρη κι αν είναι αυτή.

Αυτό το ηθικό-ιστορικό ειδικό βάρος της Αριστεράς πολλοί και πολλές θέλουν να το συντρίψουν. «Να τελειώσει η ασυλία της», βροντοφωνάζει, ο άλλοτε «φίλος» ορισμένων αριστερών Ανδριανόπουλος. Να γιατί ανοίγουν τους φακέλους της αντίστασης και ιδιαίτερα σε αυτή τη φάση, αυτούς που συνδέονται με δυναμικές εκδηλώσεις. Ενοχοποιώντας την Αριστερά, επιδιώκουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης εκ μέρους της, της ζητούν να αποκηρύξει την επαναστατική της αντίληψη, προκειμένου να γίνει δεκτή ως «ανανήψασα» στο στρατόπεδο της νέας τάξης του προέδρου Μπους, όπως γινόταν παλιά στη Μακρόνησο. Να γιατί η ορχήστρα των ΜΜΕ, των πολιτικών και οικονομικών παραγόντων και των μυστικών υπηρεσιών, δεν πρέπει να φαλτσάρει. Ο μαέστρος-πρέσβης κ. Μύλερ είναι ξεκάθαρος μιλώντας στον πρώτο πληθυντικό. Όταν λέει «Εμείς αποσκοπούμε…» εννοεί όλη την ορχήστρα.

Στη φάση που διανύουμε η τακτική επιδίωξη όλων των παραπάνω παραγόντων, είναι να κραδαίνουν απειλητικά απέναντι σε όποιον τολμά να αντιστέκεται τη δαμόκλεια σπάθη του κοινωνικού περιθωρίου και της τιμωρίας, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο ομήρους πολλούς αγωνιστές που δρουν στα κοινωνικά κινήματα.

Η στάση των πολιτικών δυνάμεων

Το ΠΑΣΟΚ αρχικά φάνηκε ότι ενισχύεται από τις εξελίξεις του αντιτρομοκρατικού χτυπήματος, γιατί έδειχνε την ικανότητα του να πατάξει την τρομοκρατία, αφαιρώντας ταυτόχρονα και τις υποψίες ότι σχετίζεται με αυτήν. Επιπλέον, αφήνοντας τα πράγματα να κυλούν -μέσω των ΜΜΕ- προσδοκούσε ότι θα εμφανιζόταν ως η εγγυήτρια δύναμη των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων καθώς και της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, με τα κόμματα της Αριστεράς να λειτουργούν απερίσπαστα στο εσωτερικό όμως, αυτού του πλαισίου. Έτσι νόμιζε ότι θα μπορεί να μας κλείνει πονηρά το μάτι, υπενθυμίζοντάς μας ότι αν η Δεξιά νικήσει στις εκλογές θα δώσει γη και ύδωρ στους Αμερικανούς με ότι αυτό συνεπάγεται για τις δημοκρατικές ελευθερίες. Γι’ αυτό άλλωστε ο υπουργός εξωτερικών «μάλωσε» τον κ. Μύλερ για τον πληθυντικό του.
Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται έτσι. Αποκτούν την δική τους αυτόνομη δυναμική, που όπως γράψαμε στοχεύει στην ηθική απαξίωση της Αριστεράς. Σε λίγο το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα. Αδύναμο και αυτό, απλώς θα μας μοιράζει το ίδιο τις δηλώσεις νομιμοφροσύνης…

Το βάρος επομένως πέφτει εξολοκλήρου στην ίδια την Αριστερά, που πρέπει να εγκαταλείψει την απολογητική και παθητική στάση της και να βγει στην επίθεση. Εύφορο έδαφος υπάρχει και για τα λαϊκά προβλήματα, που οξύνονται ραγδαία, αλλά και για τα διεθνή, όπως η επικείμενη επίθεση στο Ιράκ, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η φτώχεια, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.
Πηγή: Η Εποχή 1/9/2002

2002-06-20

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΝΙΚΗΣ, από τις επιφυλλίδες «Συναντήσεις» της «ΑΥΓΗΣ»

ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΜΠΑΛΑΟΥΡΑ
ΩΣ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΟΣ, και μάλιστα της Κεντρικής Τράπεζας, λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων αλλά και των πολιτικών αποφάσεων, όπως η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που εδρεύει στη Φρανκφούρτη, ανησυχώ σφόδρα για το εργασιακό μου μέλλον.

Έτσι άρχισα να ψάχνομαι για το πού μπορώ να εργαστώ. Η ιδέα του έμμισθου δημοσιογράφου απορρίφθηκε αμέσως. Η «Αυγή» είναι πλήρης, ενώ στην «Εποχή» συνήθως πληρώνεις. Σε άλλα ΜΜΕ είναι εξαιρετικά δύσκολο με την κρίση στον κλάδο, αλλά και την πτώση της ποιότητάς τους.
Κάποιος φίλος μού σφύριξε ότι εν όψει των αυριανών δημοτικών και μεθαυριανών βουλευτικών εκλογών εταιρείες image makers, όπως τις λέμε στα καφενεία, ζητούν στελέχη προσφέροντας ενδιαφέρουσες αποδοχές.

Ο φίλος, γνωρίζοντας την πείρα μου, η οποία άλλωστε φαίνεται και με τα ένσημα από τις επιφυλλίδες «Συναντήσεις» της «ΑΥΓΗΣ» υποψηφίου βουλευτή ή δημοτικού συμβούλου που έχω συγκεντρώσει από την πρώτη κοινοβουλευτική εμφάνιση του ΚΚΕ Εσωτερικού έως σήμερα, που θα έκαναν ακόμα και τον Γιαννίτση να αναθεωρήσει τις θέσεις του για τα συνταξιοδοτικά, με πρότεινε σε μια από τις πρώτες εταιρείες τέτοιας ενασχόλησης.

Φυσικά με συμβούλευσε να εγκαταλείψω τα παλαιοκομμουνιστικά μου και να συμβαδίσω με την εποχή μου. Ακολουθώντας τη συμβουλή του, ανέτρεξα σε σχετική βιβλιογραφία, αλλά και στο Ίντερνετ. Αισθανόμουν έτοιμος να τους καταπλήξω και τελικά μετά από μακρά συζήτηση τα συγχαρητήρια που εισέπραξα με έκαναν να αντιληφθώ ότι έσκισα.

Ο διευθυντής της εταιρείας, αναφερόμενος στα αποτελέσματα των εκλογών που έχουν διεξαχθεί στην Ιταλία, την Πορτογαλία, τη Δανία, την Αυστρία και τη Γαλλία, αλλά και στις δημοσκοπήσεις για τη Γερμανία με ρώτησε τι θα πρότεινα -έστω και εκ των υστέρων-στους κεντροαριστερούς που σε όλες τις παραπάνω χώρες έχασαν, προκειμένου να αποφύγουν τη βαριά τους ήττα. Γινόταν προφανές ότι η εταιρεία θα αναλάμβανε το προς κατάρρευση ΠΑΣΟΚ.

Ήμουν σε απόλυτα πλεονεκτική θέση. Με σεβασμό αλλά και σιγουριά ανάλυσα στον κ. διευθυντή τις απόψεις μου. «Κοιτάξτε, τα κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά κόμματα εξουσίας έχουν συγκλίνει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό. Νεοφιλελευθερισμός το ένα, νεοφιλελευθερισμός και το άλλο. Για την ανεργία και τη φτώχεια φταίνε οι μετανάστες. Τα ΜΜΕ αναδεικνύουν ως μείζον πρόβλημα την ανασφάλεια των πολιτών, τα κόμματα σύρονται και βρίσκουν τα αίτια και το φάρμακο: Μετανάστες και αστυνομοκρατία. Μη διαθέτοντας προσωπικότητες όπως ο Κ. Καραμανλής ή ο Α. Παπανδρέου που μπορούσαν να κερδίσουν το κρίσιμο ποσοστό που θα τους έδινε τη νίκη, πρέπει να χαράξουν άλλη στρατηγική»…

Ο κ. διευθυντής με άκουγε με έντονο ενδιαφέρον. Κατάλαβα ότι είχα κερδίσει τις πρώτες εντυπώσεις, όμως δεν έφταναν για να πετύχω την πρόσληψή μου με προνομιακούς όρους.

«Επομένως, εφόσον οι διαπιστώσεις και οι συνταγές θεραπείας είναι οι ίδιες, τότε πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους promotion». Όπως είπα, πήγα διαβασμένος και στις διεθνείς αλλά στις ελληνικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Είχα υπόψη μου τις πρόσφατες φοιτητικές εκλογές, αλλά και το τι συμβαίνει σε άλλες χώρες όπως στη Γερμανία.

«Έτσι, δεδομένης της σύγκλισης των κομμάτων εξουσίας, πρέπει να αναζητηθούν άλλοι τρόποι προσέγγισης ψηφοφόρων. Πρώτον, τα μεσαία στελέχη πρέπει να νιώσουν συναισθηματικά δεμένα με το κόμμα, έτσι ώστε δημιουργώντας ακατάλυτους δεσμούς μεταξύ τους αλλά και με την ηγεσία να θεωρήσουν ότι η μάχη αφορά πρωτίστως αυτούς και να τα δώσουν όλα στην εκλογική μάχη. Θα τους προσφέρουμε ένα ανεπανάληπτο τριήμερο του Αγ. Πνεύματος στη Μύκονο. Μεταξύ Piero’s και Caprice θα επιστρατευτούν για την περίπτωση (αν και μάλλον δεν είναι αναγκαίο, γιατί υπάρχει πληθώρα) Ρωσίδες, Καυκάσιες και Ρουμάνες, θα τους κάνουμε να αντιληφθούν τις δυνατότητες που θα τους προσφέρουμε στην επόμενη νίκη μας αλλά και τον απολεσθέντα παράδεισο σε ενδεχόμενη και απευκταία ήττα μας.

Κάτι ανάλογο, άλλωστε, δοκιμασμένο με επιτυχία στις φοιτητικές εκλογές, είναι οι βραδιές σε στριπτιζάδικα. Τα εκλογικά μέτρα επιπλέον, αν όχι κυρίως, σε περίοδο έντονης κοινωνικής απομόνωσης, μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες κοινωνικών γνωριμιών, κάτι ανάλογο αλλά βέβαια κοινωνικά αναβαθμισμένο, όπως τα γραφεία συνοικεσίων. Μπορούν επιπλέον να προσφέρουν προφυλακτικά σε ποικίλες εμφανίσεις και γεύσεις, όπως έγινε πρόσφατα στο 8ΡD στη Γερμανία. Η προσφορά αυτή μπορεί να συνοδευτεί με κάποια χρηματική καταβολή για την οικονομική ενίσχυση του κόμματος.

Σκεφτείτε, κ. διευθυντά, τα προφυλακτικά να έχουν τα πρασινογάλαζα μάτια του κόμματος και γεύση ξινισμένου μήλου α λα Σημίτη, τι θραύση θα κάνουν».

Ο κ. διευθυντής, εμφανέστατα ήταν εντυπωσιασμένος και, παρά τις προσπάθειές του να συγκαλύψει τον ενθουσιασμό του, ρώτησε, δήθεν αδιάφορα: «Και αν ένα υποψήφιο στέλεχος φοβάται πως δεν θα έχει ακροατήριο τις συγκεντρώσεις, τι θα κάνει προκειμένου να προσελκύσει πλήθος;».

Εγώ, ατάραχος, γνωρίζοντας πια ότι συμβαδίζω με την εποχή μας, αναφώνησα: «Θα βάλει βίντεο με ταινίες σοφτ πορνό, θα μαζευτεί κόσμος και μετά ο υποψήφιος θα εκτονωθεί μιλώντας για τα προβλήματα του πολίτη».

Είναι περιττό να πω ότι προσελήφθην αμέσως με αποδοχές τέτοιες που, αν τις αναφέρω, θα δημιουργήσω κοινωνική πρόκληση.

Επιφυλλίδα Μάκη Μπαλαούρα στις «Συναντήσεις» της «ΑΥΓΗΣ», στις 20/6/2002, όπου είναι υπεύθυνος ο Άγγελος Ελεφάντης

2000-10-29

Ιστορία δίχως τέλος… Για το ΚΚΕ που τρώει τα παιδιά του...

Του Μάκη Μπαλαούρα

Η γιαγιά μου η Μόσχα (πραγματικό όνομα της), που της άρεσαν οι (διδακτικές) ιστορίες, όταν αρχίσαμε να μεγαλώνουμε, μας είπε μια, που μου αποτυπώθηκε έντονα στη μνήμη:

{Κάποτε πάνε πολλά, μα πολλά χρόνια από τότε, κάποιοι άνθρωποι οι καλοί, κυνηγημένοι από τα άγρια θηρία, κυνηγημένοι από τα στοιχεία της φύσης και από άλλους ανθρώπους, τους κακούς, άκουγαν ένα γέρο με μακριά γενειάδα να τους λέει «πρέπει εμείς που υποφέρουμε, να μαζευτούμε όλοι μαζί να φτιάξουμε τον τόπο μας και μαζί με άλλους να αλλάξουμε, όλο μα όλο, τον κόσμο γύρω μας.»

Πέρασαν μερικά χρόνια, έγιναν βήματα σημαντικά, όμως δεν ήσαν ευχαριστημένοι. Τότε ήρθε κάποιος άλλος πάλι με γένια. Όχι όμως τόσο μεγάλα, σαν του προηγούμενου και άρχισε κι αυτός να τους λέει ωραία πράγματα και όχι μόνο αυτό: να τους μαζεύει και να τους συνεγείρει. Τότε οι καλοί βγήκαν όλοι μαζί στην στέπες, στα δάση και στα χωριά και έφτιαξαν μια καλή κοινότητα. Προβλήματα βέβαια πολλά. Ήταν όμως ο δικός τους χώρος, μπορούσαν να συνεννοούνται, δεν υπήρχαν αφεντικά και δούλοι.

Πέρασαν έτσι οι καιροί, οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν καλά, οι άλλοι όμως όχι καλύτερα. Αυτοί, λοιπόν, οι άλλοι}, παιδάκι μου, {που ζούσαν σε άλλη χώρα με ήλιο και θάλασσα, είδαν πόσο καλά περνούσαν αυτοί στις μακρινές στέπες και αποφάσισαν να πράξουν το ίδιο.

Προσπαθούσαν και προσπαθούσαν χρονιά και χρόνια, μερικές φορές βέβαια κατάφερναν αρκετά, αλλά ποτέ δεν έφταναν εκεί που ήθελαν, όπως οι άλλοι οι μακρινοί φίλοι τους.
Το τι γινόταν εκείνα τα χρόνια, το τι συνέβη στην χώρα με τις στέπες, είναι μια άλλη ιστορία} -παιδάκι μου- {που θα στην πω μια άλλη φορά.

Πέρασαν τα χρόνια. Ο αρχηγός των «καλών» της ηλιόλουστης χώρας σκέφτηκε πως ότι είχε να προσφέρει το πρόσφερε και αποφάσισε να βάλει κάποιον άλλον, ένα νέο στη θέση του για να τα καταφέρει καλύτερα.
Φώναξε λοιπόν, τους άλλους γέροντες για τους είπε τα σχέδια του, προτείνοντας για αρχηγό την ψυχοκόρη του.

Η ψυχοκόρη του γέροντα αρχηγού αφού στερεώθηκε στη θέση της για τα καλά, αποφάσισε να χτίσει ένα μεγάλο-μεγάλο κάστρο. Σε αυτό το κάστρο θα έμεναν οι καλοί, οι δικοί της και από κει θα εξορμούσαν και σιγά-σιγά θα έπειθαν τους άλλους που δέχονταν αγόγγυστα, χωρίς πολύ να αντιμιλούν, την μίζερη ζωή τους και έτσι θα τους έφερναν όλους αυτούς στο κάστρο. Φώναξε λοιπόν τους γύρω στις ανθρώπους, με θέληση και πείρα και τους είπε το σχέδιο της. Άλλοι συμφώνησαν, άλλοι μίλησαν για άλλα σχέδια. Όμως όλοι πειθάρχησαν στην θέλησή της αρχηγού.

Άρχισαν, λοιπόν, να φτιάχνουν το κάστρο. Να ορθώνουν τείχη.
Το σχέδιο όμως δεν πρόβλεπε μεγάλες πόρτες, μόνο κάποιες μικρές-στενές εισόδους από τις οποίες θα έμπαιναν οι φίλοι της αρχηγού.

Ο πρωτομάστορας όμως είπε πως χωρίς μεγάλες πόρτες το κάστρο θα μαραζώσει. Θα μείνουν ολοένα και ολοένα λίγοι και πιο λίγοι. Η αρχηγός δεν άκουγε τίποτα. Από τις μικρές πόρτες έβαλε μόνο μερικούς φίλους της. Κάποια στιγμή μπήκε όμως και μια ομάδα ανθρώπων που κι αυτοί πάλευαν έξω από τα τείχη για να αλλάξουν τα πράγματα.
Ο πρωτομάστορας χάρηκε αφάνταστα, μαζί τους θα φτιάξουμε τις μεγάλες πόρτες, σκέφτηκε. Όμως, δυστυχώς και αυτοί παραδόθηκαν στα θέλγητρα της αρχηγού. Μόνο μικρές πόρτες είπαν και αυτοί.

Τότε ο πρωτομάστορας φώναξε τους άλλους μάστορες και χτίστες και τους είπε τις σκέψεις του. Η αρχηγός όμως πληροφορήθηκε αυτό και αμέσως συγκάλεσε το συμβούλιο.
-«Το τείχος δε σηκώθηκε ακόμα γιατί ο πρωτομάστορας, οι μαστόροι και οι χτίστες δεν υπηρετούν, σύμφωνα με τα σχέδια και τις εντολές μας» τους είπε.
-«Πρέπει να τους αλλάξουμε-να τους αλλάξουμε», φώναξε ασυλλόγιστα το συμβούλιο.
-«Δε φτάνει αυτό, κατάρα βαριά μας δέρνει» τους μάλωσε η αρχηγός. «Χρειαζόμαστε εξαγνισμό των κακών πνευμάτων, να θυσιάσουμε τον πρωτομάστορα», δήλωσε προστακτικά.

{Δε γνωρίζουμε} -παιδάκι μου- {αν το συμβούλιο συμφώνησε με ζεστή ή κρύα καρδιά, πάντως συμφώνησε και ο πρωτομάστορας θυσιάστηκε!
Το τι έγινε με τους άλλους μάστορες και τους χτίστες είναι μια άλλη ιστορία που θα σου πω μια άλλη φορά…}.
Τέτοιες ιστορίες μας έλεγε και ξανάλεγε, η γιαγιά μου η Μόσχα.

Ιστορίες του Κρόνου που τρώει τα παιδιά του, του Σίσυφου που κουβαλάει την πέτρα για τα τείχη της Αλέκας.

Της Αλέκας που θυσίασε τον πρωτομάστορα Μήτσο που στη θέση του έβαλε τη Λιάνα, και για όσους/όσες συντρόφους/σες μας, που στέκονται απλοί θεατές -και όχι μόνο- στηρίζουν τις επαναλαμβανόμενες σκηνές των ανθρωποθυσιών.
Σ.Σ. Η Αλέκα είναι η Παπαρήγα και ο Μήτσος είναι ο Κωστόπουλος, υπήρξε συνδικαλιστής- Γενικός Γραμματέας της ΓΣΕΕ, πρόεδρος Κ.Ο. του ΚΚΕ
Πηγή: Η Εποχή 29/10/2002

1997-09-28

Ο μποέμ αντάρτης (Γιάννης Πονήρης)

Καλοκαίρι 1974. Μόλις είχε πέσει η δικτατορία και είχαν επιστρέψει όλοι καταδιωκόμενοι αριστεροί στην γενέτειρα τους. Γνωρίζαμε πως τρεις-τέσσερις δεν ήθελαν για διάφορους λόγους να γυρίσουν. Ένας όμως, ο πιο ψηλά ιστάμενος Λεχαινίτης στην ιεραρχία του ΕΑΜ, ο καπετάνιος στην περίφημη μάχη στο Πούσι, ο εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ στην συμμαχική αποστολή μετά την κατάληψη της Πάτρας, ο Γιάννης Πονήρης είχε εξαφανιστεί. Διάφορες φήμες τον έφερναν στην Ιταλία, άλλες στην Λατινική Αμερική κι άλλες πεθαμένο.


Κυριακή πρωί μαζί με το καφεδάκι στην πλατεία με τις κουκουναριές διαβάζω ανοιχτά την Αυγή. Παρά την πτώση της δικτατορίας θεωρείτο τότε προκλητική πράξη η δημόσια ανάγνωση της Αυγής και του Ριζοσπάστη.

«Τι λέει το όργανο γερό μου;» Σήκωσα το κεφάλι μου• κατάλαβα πως χρησιμοποιώντας την λέξη «όργανο» που Έβαζε η Αυγή στο λογότυπο της έδινε ένα σήμα αναγνώρισης. Είδα ένα καλοστεκούμενο τύπο, με επιμελημένο ντύσιμο, με ανοιχτό πρόσωπο και γελαστά μάτια. Πήρε μόνος του την καρέκλα και κάθισε.

«Ο Μάκης είσαι έ; Εγώ είμαι ο Γιάννης ο Πονήρης. Να με λες γέρο». Νάτος λοιπόν μπροστά μου ο αντάρτης-μύθος, ο καπετάν Ξάνθος. Διαφορετικός από όσα είχε σχηματίσει η φαντασία μου. Τον περίμενα τεράστιο, με άγρια μουστάκια, με χαρακωμένο από τις κακουχίες και βλοσυρό πρόσωπο, με βροντώδη φωνή. Παρά τις ιδεολογικές μας διαφορές, που πάντα όμως συζητιόταν-εξαιτίας του φυσικά- σε ήρεμο κλίμα και με διαλεκτικό τρόπο, γίναμε φίλοι. Απέφευγε επιμελώς να μιλάει για τον εαυτό. του μόνο όταν σχολίασε ορισμένα γεγονότα καταλάβαινες πως είχε πρωταγωνιστήσει ο ίδιος σε αυτά.

Καπετάνιος του ΕΛΑΣ έχοντας σαν πολιτικό επίτροπο τον αχώριστο μέχρι το θάνατο του φίλου του Γιάννη Γαλανόπουλο (Ανέστη), πρωταγωνίστησε στο αντάρτικο του Μοριά. Τον έπιασαν πριν ανέβει για δεύτερη φορά στο βουνό και αφού τον βασάνισαν για μήνες τον έκλεισαν φυλακή κάμποσα χρόνια. Μετά αφού δούλεψε σαν λογιστής άνοιξε ένα μικρό εκδοτικό οίκο. Είχε αποχωρήσει από το ΚΚΕ διαφωνώντας με την ηγεσία του, θεωρώντας τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό σαν γενεσιουργό αιτία της κακοδαιμονίας του. Πήγε στην Ιταλία «με το δικό μου μηχανισμό», όπως έλεγε. Πρόσφατα μάθαμε πως έφυγε με πλαστό διαβατήριο που έφτιαξε ένας άλλος Λεχαινίτης- πατέρας ενός γνωστού ηθοποιού-που είχε κάποια οικογενειακή παράδοση παραχάραξης και κιβδηλοποιίας.

Μαζί με τον Γιάννη Γαλανόπουλο «καπετάν Ανέστη», τον Αντρέα Κωστανταραρόπουλο (Μπαταριά) και το Νίκο Μάμαλη, πρόεδρο της ομοσπονδίας Ελλήνων φοιτητών στην Ιταλία, έφτιαξαν μία αντιστασιακή ομάδα την «Ανεξάρτητη Αριστερά», βγάζοντας και την εφημερίδα «Επίθεση». Βρίσκονταν στα αριστερά των κομμουνιστικών κομμάτων και είχαν προσανατολισμό τις δυναμικές ενέργειες, όπως αυτή που έκανε η ομάδα τους ανατινάζοντας τους πυλώνες της Δ.Ε.Η. στον Ασπρόπυργο.

Αν τέλειωνε εδώ η παρουσίαση του «γέρου» η εικόνα που θα σχηματιζόταν θα ήταν ένας ενός κλασικού αγωνιστή της αριστεράς. Όμως ο Γιάννης ήταν διαφορετικός. Ήταν ένας μποέμ της Αριστεράς. Με λογοτεχνικό υπόβαθρο, άνετος χρήστης ξένων γλωσσών, ντυμένος κομψά, όχι όμως ακριβά, μπορούσε με άνεση κοσμοπολίτη να γίνει το ίδιο αποδεκτός στις γιάφκες και στα σαλόνια.

Μια φορά μια έντονα κομψοντυμένη Ιταλίδα κοντέσα, στενή σύνοδος του την εποχή εκείνη αναστάτωσε το γνωστό «καφέ γκρεκ» της Ρώμης κραυγάζοντας «πόρκο κομμουνίστα» κι αυτός θέλοντας να κερδίσει τις τελευταίες εντυπώσεις είσαι απάντησε μειλίχια «πουτάνα μοναρχίστα»!

Το 1973 βρέθηκε στην Αντίκουα μαζί με το σύντροφό του Νίκο Μάμαλη. Εκεί, βλέποντας τον να προπαγανδίζει στους ιθαγενείς τις απελευθερωτικές του ιδέες τον ερωτεύτηκε η κόρη του φύλαρχου. Ο Γιάννης ερωτευμένος κι αυτός, γνωρίζοντας πως απέτυχαν οι διάφοροι δοκιμασμένοι δρόμοι, σκέφτηκε να εφαρμόσει τον «Λεχαινίτικο δρόμο προς τον σοσιαλισμό» με τη βοήθεια της αρχοντόπουλας. Ο έρωτας τους και οι συνωμοτικές προεκτάσεις του όμως αποκαλύφθηκαν και ο Γιάννης χάρις στις παρακλήσεις της κοπελιάς δεν κλείστηκε στη φυλακή, απλώς απελάθηκε. Δεν του έπεσε όμως πολύ βαριά γιατί την ίδια ακριβώς εποχή έπεσε ή δικτατορία και έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο Νίκος χαρούμενος έτρεξε να αναγγείλει το ευχάριστα νέα στον Γιάννη. Αυτός όμως θέλοντας να μη διαταράξει τη μεσημεριανή του σιέστα είπε «τράβα κοιμήσου και τα λέμε αργότερα»…

Στο Λονδίνο, που βρισκόμουν ένα φεγγάρι, εμφανίστηκε ξαφνικά- σαν σύνοδος αρρώστου μιας και ήξερε τη γλώσσα- και μας γέμισε χαρούμενα με τις θεωρίες του και τις ατάκες του. Δεν ήταν εύκολο να τον αποχωριστείς άμα τον γνώριζες. Ακόμα και ο τότε πρωθυπουργός του Καναδά Πιέρ Τριντώ, που είχε πάει για το μήνα του μέλιτος στην Αντίκουα, τον προσκάλεσε να το φιλοξενήσει στον Καναδά.

Ο Γιάννης ανακάλυψε πως είχε ταλέντο στην ζωγραφική. Άρχισε μανιωδώς τα μαθήματα στη Ρώμη και στην Αντίκουα, συμπληρώνοντας τον λειψό χρόνο του με μία ακόμη δημιουργία και έμπνευση.

Ό, τι απόμεινε από την περιουσία της αστικής οικογένειας του την άφησε στο Δήμο Λεχαινών και στην Πολιτιστική Ένωση, της οποίας ήταν κι αυτός μέλος.

Ο δανδής αντάρτης έφυγε προχθές ζωγραφίζοντας… Στη φωτογραφία (1984) ο Γιάννης Πονήρης στο σημείο που έγινε η περίφημη μάχη στο Πούσι

Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή»

1997-04-20

ΣΑΝΤΕ σκέτο*

Με γερμένο το δεξί ώμο και με κοφτό βήμα, μαγκιά περασμένων εποχών, στρογγυλοκάθησε, βγάζοντας από την τσέπη του ένα κόκκινο πακέτο τσιγάρα ΣΑΝΤΕ άφιλτρο. - «Τα ξέρεις αυτά;» μου είπε. - Ναι, φυσικά, ακόμα αυτά καπνίζεις; - «Άλλο σ’ ρώτησα. Θυμάσαι που στα έστειλα όταν σ’ έπιασαν»; Ένας στρόβιλος μνήμης με πλημμύρισε. «Τι τσιγάρα καπνίζεις;» με ρώτησε ο φρουρός. - «Βασικά Άσσο σκέτο, αλλά καμιά φορά και ΣΑΝΤΕ» είπα ψέματα, έτσι αυθόρμητα. - «Πάρτα, σ’ τα έστειλε η αδελφή σου» μου είπε. Ήταν το σήμα, πως οι άλλοι είναι καλά και είναι κοντά μου... Ο καπνιστής των ΣΑΝΤΕ ήλθε από το χωριό του να σπουδάσει. Φυσικά τον περίμενε ο Βλάσης ο ασφαλίτης. «Άκου φίλε, η οικογένεια σου είναι σταμπαρισμένη, εσύ όμως, μαθαίνω, πως είσαι καλό παιδί, γι’ αυτό δε θα σε διώξουμε από τη Σχολή, να έρχεσαι όμως να μου λες τι ακούς, γιατί υπάρχουν εδώ μέσα αρκετοί που δεν βάζουν μυαλό και δημιουργούν προβλήματα»... Τον έβλεπα να με παρατηρεί επίμονα και αυτό άρχιζε να ν’ εκνευρίζει. Στο τέλος με πλησίασε και χωρίς περιστροφές μου είπε. «Στη Φωκίωνος υπάρχει το τάδε μπαρ, έλα να μιλήσουμε». Πήγα από περιέργεια, αν και φοβισμένος. Σκοτάδι, μουσική ανακατεμένη. Μια γυναίκα έντονα βαμμένη και ημίγυμνη με πλησίασε... «Άστον αυτόν, είναι δικός μου» άκουσα μια φωνή. »Άκου να δεις, σ’ έκοψα από τη φάτσα, από το κομπολόι και από τη μαυροφορεμένη που κυκλοφορείς και πιστεύω πως είσαι εντάξει». Μου είπε τι τον βασάνιζε. Ζητούσε βοήθεια... «Γίνε φίλος του» του είπα. Το πρόσωπο του πήρε αλλόκοτο χρώμα - λόγω και του φωτισμού του μπαρ - και σηκώθηκε απειλητικά. Του εξήγησα το απλοϊκό σχέδιο που αυθόρμητα μόλις είχε έλθει στο μυαλό μου.

Να τον χρησιμοποιήσουμε για αποπροσανατολισμό της Ασφάλειας!!! Πράγματι, όταν ήλθε η μεγάλη στιγμή να μοιράσουμε τη «Μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ» έδωσε λάθος πληροφορίες με συνέπεια το βράδυ εκείνο του Γενάρη του 73 εμείς να μοιράσουμε μ’ άνεση το φυλλάδιο μας στα κατάμεστα αμφιθέατρα, «στρατολογώντας» και άλλους...

Έφαγε, φυσικά, το ξύλο του γι’ αυτό. Μια μέρα στο κήπο του Μουσείου ερχόταν με το ίδιο μάγκικο στυλ του. «Να, ο πράχτορας μας» είπε η Σοφία. Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι σαν κύριο όνομα και επώνυμο. Όπως έκανε πάντα, έτσι και σήμερα προπαραμονή της επετείου της δικτατορίας, ήλθε απρόσμενα. Ήταν φτιαγμένος. Πήγε να πει ιστορίες. «Άστα αυτά, ρε Πράχτορα, κάτι διαφορετικό να θυμηθούμε». Έτσι άρχισαν να ξεδιπλώνονται μικρές ιστορίες αυταπάρνησης, συντροφικότητας αλλά και νοστιμιάς!

Ιστορία πρώτη. Ο Μανώλης είχε τότε σοβαρά προβλήματα με την υγεία του και έπαιρνε καθημερινά φάρμακα. Όταν τον έπιασαν, οι φίλοι του ανησύχησαν πολύ. Θα πάρω τηλέφωνο τον Καραπαναγιώτη, είπε κάποιος από μας. Πράγματι. «Κύριε Καραπαναγιώτη, είμαι ο τάδε» (χαρά που θα έκανε ο ασφαλίτης νομίζοντας άλλα πράγματα). »Έχετε συλλάβει τον Μανώλη... ο οποίος όμως έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας, παρακαλούμε να τον αφήσετε ελεύθερο, διαφορετικά θα έχετε αποκλειστικά την ευθύνη...». «Τι είναι αυτά που λες ρε κωλόπαιδο;» κραύγασε ο ασφαλίτης. «Κοιτάξτε, μπορώ να έλθω εγώ στη θέση του, το ίδιο είναι...». «Αϊ στο διάβολο καθίκι, θα σε πιάσω, θα σε λιανίσω θα...» κατεβάζοντας όλα τα άγια και ιερά των Ελλήνων χριστιανών.

Ιστορία δεύτερη. Ο Αποστολής στην Ασφάλεια άκουγε στωικά 3-4 ασφαλίτες που προσπαθούσαν να του κλονίσουν την εμπιστοσύνη για τους συντρόφους του. «Ρε, ξέρεις ο δείνα έχει λεφτά, ενώ εσύ είσαι μπατίρης, θα μείνεις στην ψάθα». «Ο τάδε έχει συγγενή πολιτικό, θα τη βολέψει, ενώ εσύ θα σταμπαριστείς και κλάφτα...». Του Αποστόλη το αυτί δεν ίδρωνε, απλά περίμενε να αρχίσουν τη γνω¬στή περιποίηση. Ένας ασφαλίτης από την ίδια περιοχή μ’ αυτόν, γνωρίζοντας την ευαισθησία των ντόπιων για τον ανδρισμό, φύλαγε το τελευταίο φαρμακερό βέλος. «Ρε συ, ξέρεις πως ο έτσι είναι πούστης»; Ο Αποστόλης δεν άντεξε άλλο, παραπήγαινε το πράγμα. «Τι λέτε ρε καριόλες» κραυγάζει και τους ορμά- ει αναποδογυρίζοντας καρέκλες και μετακινώντας γραφεία... Όλη η Ασφάλεια μαζεύτηκε για να τον ακινητοποιήσει...

Ιστορία τρίτη. ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μεταφέρουν τον κρατούμενο κτυπημένο και σαστισμένο για ανάκριση. Ο ταγματάρχης απέναντι του δήθεν ανέμελα και με αργές κινήσεις βγάζει από τη θήκη το πιστόλι. Δεν φαίνεται να βιάζεται... Περίεργη ησυχία. Ο κρατούμενος παρατηρεί με την άκρη των ματιών του το γραφείο. Βλέπει διάφορα ντοσιέ και γουρλώνει τα μάτια «αρνάκι Αργεντινής» το ένα, «αρνάκι κατεψυγμένο Ιρλανδίας» το άλλο, αρνί-αρνί-αρνί... Άρχισε να παθαίνει παραισθήσεις. «Τους μπαγάσηδες έφαγαν τα παιδιά (του Πολυτεχνείου) και έβαλαν παραπειστικούς φακέλους με αρνάκια, σκέφτηκε... Στην ΕΣΑ Ν. Φιλαδέλφειας που τον μετέφεραν το μυαλό του ήταν συνεχώς στα αρνάκια.

Μια μέρα έφεραν καινούργιο κρατούμενο. Κάποια, σπάνια στιγμή που απουσιάζουν οι δεσμοφύλακες του φωνάζει. «Φίλε, κουράγιο, είμαστε και εμείς εδώ όλα θα περάσουν». Καμιά απάντηση από το απέναντι κελί. Ξανά η ίδια έκφραση συμπαράστασης· Τότε ο νέος αρχίζει να κτυπά την πόρτα και να φωνάζει δυνατά. «Φρουρέ, φρουρέ»! Τον κρατούμενο που έβλεπε τα αρνιά τον έβγαλαν από το κελί του έξι εσατζήδες και τον περιποιήθηκαν. Τελικά έμαθε. Ο κρατούμενος που τον κάρφωσε, ήταν από την υπόθεση κρεάτων του Μπαλόπουλου. Τα αρνιά ήσαν πραγματικά αρνιά. Η χούντα τότε δεν είχε κανένα λόγο να καλύπτει έτσι τα θύματά της. Ήταν ακόμα ισχυρή...

Τέταρτη ιστορία. ΕΣΑ Ν. Φιλαδέλφειας. Βράδυ Κυριακής ακούγονται φωνές, κραυγές πόνου και κλάματα. «Ωχ και άλλους έφεραν» σκέφτηκαν οι παλιοί. Ξημερώματα πάλι η ίδια σκηνή, έφεραν κάποιον άλλον. Μετά από μερικές μέρες έμαθαν τι είχε συμβεί. Οι δύο πρώτοι υπηρετούσαν στην Ανακτορική Φρουρά και έκλεψαν κριθάρι από τους στάβλους. Το ίδιο βράδυ κάποιος φαντάρος στην πλατεία στα Σούρμενα είδε ένα κάρο και για να κάνει φιγούρα στην παρέα του έκανε ένα γύρο της πλατείας. Τον συνέλαβε η ΕΣΑ.

Τελικά ομολόγησαν ό,τι ήθελαν τα τσακάλια της ΕΣΆ Οι δύο έκλεψαν το κριθάρι για να ταΐζουν το άλογο που έκλεψε ο τρίτος...

Οι δύο φαντάροι της Ανακτορικής Φρουράς ταλαιπωρούντο αφάνταστα. Λόγω της γνωστής «κόντρας» του Σώματος τους με την ΕΣΑ, οι ΕΣΑτζήδες τους ξεφτίλιζαν συνεχώς. Αυτοί, λόγω τη κοινής μοίρας τους με τους πολιτικούς κρατούμενους, έπαιζαν ρόλο πληροφοριοδότη αλλά και σιτιστή σ’ αυτούς! Μια μέρα, παραμονή της Εθνικής Επετείου ακούστηκαν ερπύστριες από τανκς. «Ξανά πραξικόπημα θα έγινε» σκέφτηκαν. Μέσα από τις γρίλιες κοιτούσαν τις κινήσεις ενός τανκς με ανάμικτα συναισθήματα. «Ρε μπας και ο νέος δικτάτορας για να φανεί καλός μάς αφήσει ελεύθερους»; Οδηγίες για τις μανούβρες του τανκς έδιναν οι δύο φαντάροι. Θέλεις από λάθος, θέλεις από ασυνεννοησία, θέλεις για να πάρουν εκδίκηση έδωσαν λάθος εντολές και το τανκς εισχώρησε στα μαγειρεία γκρεμίζοντας τους τοίχους... Τους δύο φαντάρους άρχισαν να τους κυνηγά όλη η ΕΣΑ με επικεφαλής τον οδηγό του τανκς. Έφαγαν το ξύλο της αρκούδας. Από τότε χάθηκαν, πιθανόν να ομολόγησαν υπονομευτική πράξη εναντίον της Εθνικής Κυβέρνησης...

Ο Πράχτορας είχε καπνίσει το μισό πακέτο συζητώντας τις ιστορίες που τέλος δεν έχουν. Έβαλε το ΣΑΝΤΕ στη τσέπη, ευχήθηκε χρόνια πολλά και έφυγε γέρνοντας το δεξί του ώμο.

*Αφιερωμένο στον αγαπημένο μου καρδιακό φίλο & σύντροφο Κώστα Σμυρνή «Πράκτορας» και όσους/όσες περπατήσαμε με αγάπη μαζί σε δύσκολες εποχές!

Φωτογραφία από τα βαφτίσια Βασιλίνας: οι τρεις νονοί Φούρας, Μπαλαούρας, Σοκορέλης & οι γονείς Χρύσα-Πράκτορας - Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή»

1996-05-05

«Το φως που καίει», επιφυλλίδα «Εποχικά» στην «Εποχή

Χάρηκα που τον είδα να επιστρέφει από τις μακρινές διακοπές του Πάσχα. Όταν μπορούσε τις κρατούσε περισσότερο τους μαθητές. Το μελαχρινό το πρόσωπο μου φάνηκε περισσότερο μελαχρινό και η φαλάκρα του κοκκίνιζε ελαφρά. Σαν να κατάλαβε την σκέψη μου είπε: «Έκανα τα μπάνια μου». Από τότε που είμαστε στο Γυμνάσιο, το πρώτο, σχεδόν πάντα, γινόταν την Μεγάλη Τετάρτη. Αν έφτιαχνε ο καιρός τότε έρχονταν και τα άλλα.

Φέτος δεν είχα πάει στα «άγια χώματα», όπως τα έλεγε, σαρκαστικά για τα ήθη και τα πάθη των κατοίκων τους. Καμιά φορά όμως τα λέγε έτσι και από νοσταλγία.

-«Τη μεγάλη Παρασκευή ξανά ζήτησα βέβαια δεν ήταν όπως παλιά που κατέβαιναν άνθρωποι από τα γύρω χωριά για να πουλήσουν αρνιά κατσίκια και γουρουνάκια για μεγάλωμα.

Θυμάσαι, πουλούσαν κι άλογα και γαϊδούρια που οι υποψήφιοι αγοραστές τα κοιτούσαν στα δόντια… Όμως πάλι στην πλατεία μαζεύτηκε ο κόσμος πίνοντας και γελώντας».

Πράγματι τη Μεγάλη Παρασκευή ήταν για μας η γιορτή. Το μεγάλο Σάββατο και το Πάσχα ήταν οικογενειακές γιορτές. Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν κοινωνική. Το πρωί το πανηγύρι-ζωοπανήγυρης για την ακρίβεια- προς το μεσημέρι μαζευόταν όλοι, οι ζώντες στο χωριό αλλά κι αυτοί που ήταν στην Αθήνα, στον Καναδά ή στην Αυστραλία. Κυρίως μέσα από το γκαλά του ποτηριού των ούζων έβλεπαν το παρελθόν. Ότι ωραίο, είχαν κρατήσει απ’ αυτό. Τα άλλα τα άσχημα τα είχαν πετάξει στο καλάθι των άπλυτων…

Ουζοποσία, κεράσματα, πειράγματα. Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν και η μέρα που δεν υπήρχε η οικογενειακή εστία. Για λόγους θρησκευτικούς δεν έβαζαν χύτρα. Οι μπακάληδες τροφοδοτούσαν απευθείας με νηστίσιμα τα στομάχια μας. Μεγάλα μαυρισμένα καζάνια- όπου τις άλλες μέρες πιθανώς μούλιαζαν τα ρούχα- έφτιαχναν τα κουκιά. Λαγάνες, ελιές, χταπόδι, κουκιά και ταραμάς ο μεζές μας.

Το βράδυ, αφού έκλειναν τα μαγαζιά της αγοράς άρχιζε το ωραιότερο μέρος των διακοπών του Πάσχα. « Ω, γλυκύ μου έαρ» έλεγε η χορωδία που φτιαχνόταν επί τούτου και διαλύονταν μέχρι την επόμενη Μεγάλη Παρασκευή. Εμείς, πιτσιρικάδες δεν πολυκαταλαβαίναμε τους ύμνους, τους αισθανόμαστε όμως βαθιά.

Ήταν τα πρώτα σκιρτήματα της ερωτικής μας άνοιξης. Τα λουλούδια του στολισμένου Επιταφίου, τα λιβάνια και τα μοσχολίβανα, το κερί που λιώνει, οι άλυκες μυρωδιές, οι δικές μας έφτιαχναν μια αλλιώτικη ατμόσφαιρα, κάτι σαν μαγικό, ερωτικό μαστούρωμα. Και το αποκορύφωμα έρχονταν μόλις έφτανε ο άλλος Επιτάφιος, της κάτω ρούγας πάντα πιο όμορφος από τον δικό μας, ίσως γιατί τον έφτιαχναν τα κορίτσια εκείνης της γειτονιάς που είμασταν ερωτευμένοι. Εκείνος ο Επιτάφιος περιμέναμε να μας φέρει, με ασυγκράτητη λαχτάρα την μέθεξη. Οι επιτάφιοι μαζί πια κι εμείς ανακατεμένοι αγόρια και κορίτσια της πάνω και της κάτω ρούγας, μακριά από τα βλέμματα των γονιών μας επισκεπτόμαστε τα μνήματα. Η μοναδική χρονιάτικη επαφή με αυτούς που έφυγαν. Έξω από το νεκροταφείο μας περίμεναν νέες μυρωδιές κομμένων κλιμάτων. Μυρωδιές, μυρωδιές και ευωσμίες…

«Έ’ ξύπνα», άκουσα την βαριά φωνή του. Γύρισα στην πραγματικότητα που πληγώνει.
«Άκου τι έγινε το Σάββατο. Το απογευματάκι βλέπω πολύ κόσμο να μαζεύεται στην πλατεία. Κυρίως γριές αλλά και κάποιοι πιο νέοι, με την δημοτική αρχή και τους παπάδες μπροστά ξεκίνησαν υπό τους ήχους της μπάντας του Δήμου. Πάνε να προϋπαντήσουν την άνοιξη του Κυρίου, είπα. Μου άρεσε έτσι όπως το σκέφτηκα…»

«Μετά από μία-μιάμιση ώρα επέστρεψαν. Οι γριές είχαν κάτι στο βλέμμα τους που έλαμπε. Βρήκαν την χαμένη τους άνοιξη, σκέφτηκα. Οι παπάδες κρατούσαν στα χέρια τους φανάρια, σαν κι αυτά των παιδιών το βράδυ της Ανάστασης». Παραξενεύτηκα και άρχισα να ρωτάω. Ξέρεις τι ήταν;

«Φέτος για πρώτη φορά ήρθε στην επαρχία το αληθινό φως. Το φως κατευθείαν από τα Ιεροσόλυμα. Μέχρι τώρα το άγιο φως υπήρχε μέσα στο νερό και οι παπάδες το συντηρούσαν σαν τα μάτια τους. Έτσι έδειχναν στον κόσμο. Βέβαια, άμα καμιά φορά έσβηνε, το άναβαν με τα σπίρτα του ελληνικού μονοπωλίου. Κανένα πρόβλημα βέβαια. Παρέμενε ίδια ιερότητα..».

«Φέτος όμως η σοσιαλιστική εκσυγχρονιστική μας κυβέρνηση και κυρίως ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης αποφάσισαν να διαθέσουν στον θρησκευόμενο λαό τους το πραγματικό Άγιο Φως. Απ’ ευθείας με «F-104» από τους Αγίους Τόπους στον Άραξο. Και από κει για όλη την Πελοπόννησο, την Κεφαλλονιά και την Ζάκυνθο. Πιθανόν κι άλλα αεροπλάνα να έφερναν το άγιο φως στα Γιάννενα, την Θεσσαλονίκη, την Αλεξανδρούπολη, το Ηράκλειο. Και από κει σε όλη την Ελλάδα! Κάποιοι είπαν πως πρόκειται για ειδωλολατρικές εκδηλώσεις».

Κατάλαβα πως δε μου έκανε πλάκα. Οι παγανιστικές εκδηλώσεις της Μεγάλης Παρασκευής μέσα από αιώνες άνοιξης τι σχέση είχαν με τη μεταφορά του ιερού φωτός. Μάλλον σκοτεινές μέρες Βυζαντίου θύμιζαν. Τον άρτο και τα θεάματα αν και σήμερα το βάρος δεν πέφτει στο πρώτο σκέλος…

Ποιος θα πληρώσει αυτό το «φως που καίει»,… που μας ζεματίζει και μας εκμαυλίζει;

Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή» στις 5 Μαΐου 1996

Δημοφιλείς Αναρτήσεις