Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικτατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δικτατορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2026-02-17

Συνέντευξη Μάκη Μπαλαούρα στο Κόκκινο, στον Αλέξη Βάκη

17 Φεβρουαρίου 2026

Θέμα: «Τα τραγούδια που ακούγαμε στη δικτατορία και παίρναμε δύναμη»

Μ’ αφορμή την 53η επέτειο μετά τη δίκη των 11, 14 Φλεβάρη 1973

Ηχητικό με το τραγούδι: «Δώδεκα παιδιά στους δρόμους, δώδεκα παιδιά»

Α. Βάκης: Ακούσαμε ένα τραγούδι που ηχογραφήθηκε πρώτη φορά το 1973 Με τους λογοκριμένους στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου Για αυτά τα 12 παιδιά. Και ενάμισι χρόνο αργότερα όταν έπεσε πια η δικτατορία με τους αλογόκριτους πλέον στίχους, που συμπεριλήφθηκε στα τραγούδια του δρόμου. Ένα τραγούδι βεβαίως του Μάνου Λοΐζου που ακούσαμε από τη χορωδία Κακίτση. Ένα τραγούδι που αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός που έγινε επί δικτατορίας Και που σημαδεύει μια καμπή του αντιδικτατορικού αγώνα Γι' αυτή την καμπή θα μιλήσουμε σήμερα Και μιας και έχω τηλεφωνικά έναν καλεσμένο που αδημονεί να μας μιλήσει Μπορώ να ρωτήσω αμέσως τον Μάκη Μπαλαούρα, γνωστό και μη εξαιρετέο Για ποια 12 παιδιά μας μιλάει ο ποιητής Μάκης;

Η «Μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ»

Μ. Μπαλαούρας: Καλησπέρα να είστε καλά και εσείς και οι ακροατές μας.

Για τα 12 παιδιά, ήταν οι 12 που έφτιαξαν την πολύ γνωστή τότε «Μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ». Ήταν μια μελέτη που αφορούσε τα προβλήματα της σχολής και τα προβλήματα της παιδείας της εποχής εκείνης και ήταν σημαντική για 2-3 λόγους Ο πρώτος ήταν η ίδια η μελέτη που έβαζε υπαινικτικά κάποια πράγματα. Μιλούσε για ελευθερία, μιλούσε για δυνατότητες ελεύθερης έκφρασης, για τους διορισμένους, δηλαδή ότι πρέπει να εκλέγουμε εμείς τους εκπροσώπους μας, γιατί τότε, οι νεότεροι δεν τα ξέρουν, είχε διορίσει η Χούντα στα Διοικητικά Συμβούλια των σχολών εγκάθετους δικούς της. Και κάναμε αυτή τη μελέτη Ήταν μια πρωτόγνωρη κίνηση γιατί μέχρι τότε εμείς που τρέχαμε στον αγώνα, στο κίνημα. Κάναμε πράξεις και βγάζαμε θέσεις Που ήταν εναντίον αυτού αυτού εκείνου. Η μελέτη είχε πολύ περισσότερες προτάσεις. Θέλουμε αυτό, απαιτούμε αυτό, θέλουμε να γίνει αυτό. Και είχαμε σαν συνέπεια να μας περάσουν Πειθαρχικό, επειδή δεν μπορούσαν διαφορετικά, έγινε σάλος. Οι διανοούμενοι, ο Μαρωνίτης για παράδειγμα, ο εξαιρετικός Δημήτρης Μαρωνίτης. Έγραψε επιφυλλίδα στο ΒΗΜΑ Με το τίτλο «Η μικρή Αντιγόνη και ο χορός των δώδεκα» Η μικρή Αντιγόνη ήταν η Πόπη Βουτσινά. Τότε μαζί με τον Σταύρο Κουρεμένο και τον Νίκο Ράφτη στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, τους περάσαν πειθαρχικό για τη δράση τους. Οι δώδεκα είμαστε εμείς, ο χορός των δώδεκα. Αυτό έγινε τότε, πέραν της μελέτης αυτής καθ’ αυτής, οι συνέπειες ήταν σημαντικές. Συσπειρώσαμε ένα πάρα πολύ μεγάλο πλήθος κόσμου. Στις συνελεύσεις και στις δράσεις. Γιατί ήταν δικτατορία, τότε κρυβόμαστε. Φοβόμαστε.

Α. Β: Η Μελέτη των Δώδεκα έγινε το 1972.

Μ. Μ: Αρχίσαμε από το τέλος του ’72. Και καταλήξαμε στις 25 Γενάρη Μοιράσαμε το κείμενο πάλι με προφυλάξεις σοβαρές. Εκεί αναδείχθηκε και ο φίλος μας, ο αγαπημένος, μπορεί να τον έχεις ακούσει, ο Πράκτορας, ο Κώστας Σμυρνής, που είναι μία άλλη ιστορία. Εκεί λοιπόν δεν τολμούσε η ασφάλεια, εμένα με είχαν πιάσει πολλές φορές, όπως και άλλους, όπως τον Δημήτρη Παπαχρήστο. Τότε δεν μπορούσαμε να μας πειράξουνε γιατί είχε γίνει σάλος και διεθνώς. Δεν ήταν μόνο στην Ελλάδα. Ο Πεσμαζόγλου που ήταν εκδιωχθείς καθηγητής πανεπιστημίου, έγραψε και αυτός για το επιστημονικό βάθος της μελέτης.

Α. Β: Βάλε μια τελεία Μάκη, δεν θα προλάβουμε να πούμε τίποτα. Είσαι χείμαρρος και το ξέρουμε

Μ. Μ: Μία φράση μονάχα Ότι έγινε αφορμή της μελέτης, του Πειθαρχικού, κάναμε την απολογία μας και έγινε η πρώτη μεγάλη μαζικότατη συγκέντρωση στο προαύλιο της ΑΣΟΕΕ. Και επομένως ανοίξαμε δρόμους τότε.

Α. Β: Λοιπόν, είναι ο Μάκης Μπαλαούρας Αυτός ο χείμαρρος που ακούτε Είναι από το σπίτι του γιατί πέρασε ένα μικρό πρόβλημα υγείας Αλλά αυτό τα μασάει ο Μάκης. Απλώς δεν μπορούσε να έρθει εδώ στο στούντιο. Οικονομολόγος ως προς το επάγγελμα. Είπαμε, φοιτητής ΑΣΟΕΕ τότε. Και διετέλεσε και βουλευτής Ηλείας του ΣΥΡΙΖΑ Από το 2015 έως το 2019 Έτσι δεν είναι Μάκη;

Μ. Μ: Ναι, ναι, ναι, ακριβώς είναι.

Α. Β: Συναγωνιστής και σύντροφός μας, αυτά είναι αδιαπραγμάτευτα πράγματα. Ήταν ένας από τους 12 με την μελέτη των ΑΣΟΕ Με τη μελέτη των 12 Της ΑΣΟΕΕ Αλλά ήταν και ένας από τους 11. Γιατί μπερδευόμαστε με τα νούμερα, που παραπέμφτηκαν σε δίκη πριν από 53 χρόνια και τρεις μέρες, ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου 14 Φεβρουαρίου του 1973. Μεγάλη συγκέντρωση στο Πολυτεχνείο, πάνω από 2.000 άτομα, διαμαρτυρόσασταν ενάντια στον νόμο 1347 και την στράτευση των φοιτητών.

Η πρώτη κατάληψη του Πολυτεχνείου και η δίκη των 11

Μ. Μ: Σωστά. Λοιπόν, εκεί έγινε το ότι εμείς που ήμασταν δακτυλοδεικτούμενοι τότε. Δεν πήγαμε στο Πολυτεχνείο μέσα, είμασταν στο Μουσείο και παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις. Εγώ προσέγγισα το Πολυτεχνείο στο περίπτερο που υπάρχει στη γωνία μεταξύ Μουσείου και Πολυτεχνείου, ένα περίπτερο υπάρχει ακόμα. Να πάρω δήθεν τσιγάρα για να δω τι γίνεται. Και με βουτάνε οι ασφαλίτες. Μ’ είχαν εντοπίσει προφανώς. Με βουτάνε και με έκαναν τόπι στο ξύλο.

Α. Β: Από εκεί είναι και η φωτογραφία Που είσαι με το μάτι μαυρισμένο Και που τρομάζει ο κόσμος που σε βλέπει. Έτσι;

Μ. Μ: Ναι τότε έχασα πολλές φιλενάδες, όχι, πλάκα κάνω!

Α. Β: Όχι τις κέρδισες στο μέλλον μετά. Γιατί ήσουν και γόης Μάκη.

Μ. Μ: Λοιπόν, και στην ασφάλεια με χτυπήσανε στο μάτι και για αυτό έγινε πολύ μαύρο Και πολύ κλεισμένο. Τέλος πάντων Είμαστε οι μοναδικοί που έδειξε η δικτατορία χτυπημένοι. Πολλοί άνθρωποι περάσαν τα πάνδεινα. Πάρε τον Παναγούλη, τον Παύλο Κλαυδιανό Όπου περάσαν τα πάνδεινα. Δεν τους είχε δείξει ποτέ η αστυνομία.

Α. Β: Στα δικαστήρια φαινόντουσαν, ας πούμε ατσαλάκωτοι.

Μ. Μ: Ναι Έτσι πηγαίνανε Με το σακάκι τους,

Α. Β: Το πρόσωπό τους καθαρό, χωρίς χτυπήματα

Μ. Μ: Ναι. Αυτό έκαναν. Δεν ήταν από λάθος, ήταν για να τρομοκρατήσει το φοιτητικό κίνημα. Τους άλλους είναι κομμουνιστές, είναι έτσι και αλλιώς, παράνομες οργανώσεις Εδώ είναι μαζικό κίνημα. Κάτσε να τους δείξουμε χτυπημένους να μην τολμήσουν ξανά να βγουν στους δρόμους. Αυτό ήταν. Αυτό ήταν 14 Φεβρουαρίου του 1973.

Με τους νόμους 509/1947 και 4.000/1958

Α. Β: Λοιπόν Σε αυτή τη δίκη, περάσατε 11 άνθρωποι από δίκη

Μ. Μ: Έντεκα άνθρωποι, καταδικαστήκαμε εκτός από τρείς, καταδικαστήκαμε με αναστολή. Μεταξύ των κατηγοριών, ήταν ο μισός ποινικός κώδικας, αλλά το χειρότερο, πήγανε να μας περάσουν και με τον Νόμο 509! Αλλά ευτυχώς επρυτάνευσαν ποιο νουνεχείς σκέψεις δικές τους, Για κατασκοπία, καταλαβαίνεις τώρα…

Α. Β: Ναι καταλαβαίνω

Μ. Μ: Και μας περάσανε Και με το νόμο 4.000 περί το τεντιμποϊσμού.

Α. Β: Τότε που ήταν στο φόρτε του, αυτό που βλέπουμε στις ταινίες, δηλαδή που κουρεύανε τους μαθητές που πετάγανε τα γιαούρτια.

Μ. Μ: Και μία ταμπέλα μπροστά τους που λέγε «Είμαι τεντιμπόης». Η Δίκη μας είχε πάλι ένα τεράστιο αντίκτυπο διεθνώς πάλι…

Α. Β: Να αναφέρουμε τα ονόματα υμών με υ των 11 πλέον. Τους έχω προσθέσει. Και μπορώ να τους διαβάσω. Είναι ο Παρασκευάς Βάγιας, ο Σεραφείμ Δημακόπουλος, ο Μάκης Μπαλαούρας, ο Κυριάκος Σταμέλος, ο Βλάσης Γιαροκάπης, ο Ηλίας Κατοπόδης, ο Βασίλης Χριστόπουλος, ο Σάκης Παπαθεοδώρου, ο Αλκιβιάδης Πρέπης, ο Μάνος Τζανετής και ο Δημήτρης Αρχοντής. Δύο ή τρεις από αυτούς τους έντεκα δεν βρίσκονται πια στη ζωή Μάκη.

Μ. Μ: Ναι ο Τζανετής και ο Κυριάκος Σταμέλος. Δυστυχώς. Ήτανε παλληκάρια, πάρα πολύ σημαντικά!

Α. Β: Η ιδέα που είχαμε Και που μάλλον την καταστρατηγούμε Γιατί πρέπει να πούμε και τα γεγονότα Ήταν να φτιάξουμε με αφορμή αυτή την επέτειο ένα ιδιότυπο soundtrack της χούντας. Δηλαδή τον ηχητικό περίγυρο, σε εσάς τους αντιδικτατορικούς φοιτητές. Τι ακούγατε ρε παιδί μου και παίρνατε δύναμη εκείνα τα περίεργα χρόνια.

Μ. Μ: Ναι Κοίταξε να δεις ακούγαμε βασικά λαϊκά και αντάρτικα. Τα αντάρτικα δεν τα γνωρίζαμε, καταρχάς δεν γεννηθήκαμε τότε. Τα ψάχναμε, τα ζούσαμε..

Α. Β: Ρωτάγατε τους παλιότερους και τα μάθατε κάποια στιγμή.

Μ. Μ: Και βασικά αυτό το κάναμε στις ταβέρνες.

Α. Β: Να ακούσουμε ένα τέτοιο τραγούδι που τραγουδούσατε, το οποίο βέβαια εμείς το μάθαμε στην μεταπολίτευση. «Μαλλιά σγουρά, μαλλιά κοράκου χρώμα». Το έχουν πει πολλοί, το έχει πει βεβαίως και ο Πέτρος Πανδής, σ’ αυτή την φοβερή εκτέλεση με ένα ενορχηστρωτή τον Πέτρο Πανδή. Αυτά τα μαλλιά σγουρά λοιπόν θα μας θα βάλει τώρα ο Γιάννης Ηλιάδης να πάρουμε λίγο χρώμα.

Ηχητικό με το Αντάρτικο: «Μαλλιά σγουρά, μαλλιά κοράκου χρώμα»

Α. Β: Στις ταβέρνες λοιπόν επί δικτατορίας που συναντήθηκαν με τα τραγούδια η γενιά της εθνικής αντίστασης με τους αντιδικτατορικούς φοιτητές που βεβαίως είχαν και μια εκλεκτική συγγένεια με την αριστερά έτσι δεν είναι Μάκη, Μπαλαούρα; Εσύ δεν ήσουν από αριστερή οικογένεια όταν ήρθες από τα μέρη σου, από την Ηλεία αλλά έγινες.

Μ. Μ: Έτσι είναι. Ούτε ο Δημήτρης Παπαχρήστος ήταν από αριστερή οικογένεια και πολλοί από εμάς. Ο μόνος που ήταν πατενταρισμένος τότε αριστερός ήταν ο Στέλιος ο Παππάς που οφείλω να το αναφέρω αυτό, γιατί ήταν και αυτός που συνέβαλε τα μάλα για την ιδέα της μελέτης γιατί είχε μάθει στους Λαμπράκηδες εμείς είμαστε πολύ μικρότεροι. Θα ενοχληθεί τώρα ο Παππάς…

Α. Β: Που μας ακούει σίγουρα, ήταν εδώ την περασμένη Πέμπτη άλλωστε.

Μ. Μ: Το ξέρω εγώ τον άκουσα γιατί θεωρεί ότι είναι ακόμα μικρός! Λοιπόν δουλέψαμε αυτή τη μελέτη με συμβολή μεγάλη και των 12, όλων μας δηλαδή, αλλά και του Στέλιου ο οποίος θα ήταν 13ος τρίτος. Δεν μπήκε μέσα με δικιά του πρόταση για να μην μας στοχοποιήσουν οι Ασφαλίτες.

Α. Β: Για να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν και πάλι τα πράγματα. Δώδεκα ήταν οι άνθρωποι που υπογράψατε τη μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ, έντεκα ήταν αυτοί που σας μπουζουριάσανε και σας περάσανε από δίκη τον Φεβρουάριο 1973 με τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο. Ήταν εκεί που κυκλοφορούν οι φωτογραφίες που είσαι μπλε μαρέν από το ξύλο και με συγχωρείς για την έκφραση, ας πούμε, αλλά με αυτή τη φωτογραφία έχεις γίνει διάσημος τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια και τότε όμορφος ήσουν και τώρα καλός είσαι Μάκη Μπαλαούρα.

Μ. Μ: Γέλια…

Α. Β: Μου έχεις πει ότι ένα τραγούδι που δεν το βάζει ο νους μας, συνδέεται με τα παρελκόμενα, γιατί μετά από αυτή τη δίκη περάσατε και από την ΕΣΑ, περάσατε και από διάφορα ευαγή ιδρύματα. Αλλά πριν να ακούσουμε αυτό το τραγούδι να ακούσουμε το φυσικό soundtrack της δικτατορίας των αντιδικτατορικών φοιτητών. Να ακούσουμε το σφαγείο, ας πούμε από τα τραγούδια του Ανδρέα, του Μίκη Θεοδωράκη βεβαίως με τον Αντώνη Καλογιάννη. Το ακούμε. Και στο δεύτερο μέρος θα ξεκινήσουμε ένα τραγούδι που φαντάζει μάλλον ανορθόδοξο. Αλλά εσύ θα μας το εξηγήσεις Γιατί κολλάει σε σημερινή εκπομπή Φυσικά μένεις στο τηλέφωνο.

Ηχητικό με το τραγούδι: Το Σφαγείο

(Ευχές Φοίβου Δεληβοριά και Εύας Κολομβού)

Ηχητικό με το τραγούδι: Γαρούφαλο στ’ αυτί

Ένα παράτερο τραγούδι από τα κελιά της ΕΣΑ

Α. Β: Εγώ το είχα πει ότι αυτό το τραγούδι θα έχει ηχήσει παράτερο σε σχέση με τα υπόλοιπα, αλλά ο φίλος και συναγωνιστής και σύντροφος, ο Μάκης Μπαλαούρας, επέμενε ότι αυτό το τραγούδι πρέπει να το βάλουμε γιατί έχει κάτι να πει σε σχέση με αυτή τη μελωδία. Έτσι δεν είναι Μάκη;

Μ. Μ: Έτσι είναι, έτσι είναι και όπως και το «Τραγούδι του Ανδρέα» ήτανε για μένα εμβληματικά στοιχεία. Δεν θα σου πω γιατί το έναν ξεχωριστά. Το είναι κατανοητό το πρώτο και για τα βασανιστήρια και στην Ασφάλεια και στην ΕΣΑ. Το «Γαρούφαλο στ’ αυτί» το έλεγα όταν ήμουνα σε πλήρη απομόνωση, περίπου τρεις μήνες στην ΕΣΑ και είχα γίνει και παλιοσειρά. Άλλοι αλλάζανε, εγώ δεν ξέρω για ποιους λόγους, ήμουνα συνεχώς εκεί πέρα στην ΕΣΑ. Για να δώσω θάρρος στους συγκρατούμενούς μου που ήταν και αγόρια και κορίτσια όταν έβλεπα ότι έφευγαν οι δεσμοφύλακες μου, προσπάθησα να τους δίνω κουράγιο και με διάφορα άλλα τραγούδια.

Δεν ήθελα να πω τα επαναστατικά, τα αντάρτικα και τα λοιπά, καταλαβαίνετε γιατί.

Α. Β: Να αλαφρύνεις λίγο το κλίμα, ναι.

Μ. Μ: Ναι, δεν ξέρω για αυτό το τραγούδι, γιατί αυτό το τραγούδι το έλεγα όμως. Αυτό το ανέδειξε η Μαρία Αθανασούλια σε μία εκπομπή της, στο Κόκκινο και μου έκανε εντύπωση, κάποιος το σφύριξε από τους συγκρατούμενούς μου και με ρώτησε.

Α. Β: Πρέπει να ήταν στο Πολυτεχνείο, στην ειδική εκπομπή που είχαμε κάνει τότε που ήμασταν και απεργοί και νομίζω τότε σε είχε βγάλει σαν αέρα η Μαρία.

Μ. Μ: Λοιπόν και τότε αναλογίστηκα γιατί πραγματικά το έπαιξε και αυτοσχεδίασα γιατί αυτό το όμορφο τραγούδι του Χατζηδάκη και τελικά κατέληξα και έτσι της απάντησα και νομίζω ότι είναι σωστό, ότι για να ξεφύγουμε από τη φυλακή και να πάει το νους μας σε μία παραλιακή ταβέρνα, γιατί αυτό το τραγούδι ήταν από το φιλμ «Λατέρνα φτώχεια και φιλότιμο».

Α. Β: Σωστά.

Μ. Μ: Όπου τραγούδαγε ο Αυλωνίτης με τον Φωτόπουλο είχαν μία λατέρνα και ήταν και η Καρέζη με τον Αλεξανδράκη ερωτευμένοι. Ήταν σε ένα όμορφο καφενείο με θάλασσα από κάτω. Αυτό ήταν το σκηνικό. Για να μεταφερθούμε όλοι μαζί και εγώ φυσικά που το έλεγα σε αυτόν τον κόσμο, να φύγουμε από τα κελιά, να φύγουμε από την βαναυσότητα, από το ξύλο, να μην βλέπουμε το φεγγάρι. Το νύχτωσε χωρίς φεγγάρι το σφυρίζαμε γιατί δεν βλέπαμε το φεγγάρι, δεν βλέπαμε τον ήλιο, δεν βλέπαμε τίποτα. Μάλιστα. Και έλεγα αυτό το τραγούδι για να ζήσουμε και τον έρωτα, να χαρούμε και τον έρωτα της Καρέζη με τον Αλεξανδράκη.

Α. Β: Και ελπίζω να ήσουνα και σωστός τραγουδιστικά, να μην ήσουνα τίποτα φάλτσος.

Μ. Μ: Όχι, δεν ήμουνα καλός. Μάλιστα ένας συγκρατούμενος μου του είπα ένα τραγούδι και μου λέει, τότε, ήταν εξαιρετικό! Έχει φύγει και αυτός από τη ζωή, ο Γεράσιμος Στεφανάτος. Του είπα σε ένα τραγούδι που είμαστε μόνοι μας, οι δυο μας σε κάτι κελιά και μου λέει, του λέω δεν έχω τίποτα άλλο, η φωνή μου είναι έτσι.

Όχι μου λέει, μου θύμησες τον Ρέι Τσάρλς. Εγώ που να ξέρω τώρα. Του λέω γιατί, τι είναι αυτός. Μου λέει έχει βραχνή φωνή που μοιάζει η δικιά σου.

Α. Β: Καλά, η βραχνή φωνή είναι το σήμα κατατεθέν το δικό σου, πρέπει να ελαττώσεις το κάπνισμα, δεν ξέρω αν καπνίζεις ακόμα Μάκη. Αλλά σε θυμάμαι πάντα με ένα τσιγάρο στο χέρι, οπότε λογικό να έχεις

βραχνή φωνή.

Μ. Μ: Πολύ παλιά από μικρός.

Α. Β: Λοιπόν, είπαμε ότι οι 11 που σας μπουζουριάσανε, περάσατε από δίκη. Με τι ποινές καταδικαστήκατε, γιατί αν το είπες δεν το συγκράτησα.

Μ. Μ: Ναι, εγώ καταδικάστηκα με έντεκα μήνες. Τρεις αθωώθηκαν, οι υπόλοιποι καταδικαστήκαμε με αναστολή. Εγώ πήρα μια από τις βαρύτερες ποινές, έντεκα μήνες, με αναστολή όμως. Διότι είχε γίνει τεράστια η δίκη μας. Απέκτησε τόσο μεγάλη διεθνή, όπως είπα πριν, κατάσταση, γιατί δείξανε κτυπημένους, όλα αυτά και τα λοιπά. Και ταυτόχρονα μαζικότητα στο κίνημα. Είχαν κυκλώσει τα δικαστήρια, τότε ήτανε στο Αρσάκειο, στην Πανεπιστημίου.

Α. Β: Ναι, θυμάμαι που ήτανε.

Μ. Μ: Όλη η περιοχή μέχρι την Ομόνοια ήταν τεράστιος ο κόσμος. Και συνεχώς η αστυνομία ερχότανε χτύπαγε, αλλά αυτοί δεν το βάζανε κάτω. Και ήρθανε, όπως και τώρα, συγκινούμε. Αλλά και εκεί που θυμάμαι, μέσα στην κλούβα της αστυνομίας που μας πηγαίνανε από την ασφάλεια στο Αρσάκειο μας χτυπάγανε τα παιδιά, τα τζάμια. Ο Μανώλης Μπαστάκης έξω από την Ασφάλεια μου πέταξε μια σοκολάτα. Και κλαίγαμε. Δηλαδή, όταν μας χαιρετάγανε οι άνθρωποι, κυνηγημένοι άνθρωποι από την αστυνομία, δεν τολμούσαν να πλησιάσουνε το πούλμαν, παρ' όλα αυτά ερχόσαντε και εμείς κλαίγαμε. Και λέγανε οι αστυνομικοί, αυτοί οι βάρβαροι άνθρωποι, λέγανε: «Μα πώς είναι δυνατόν αυτοί να κλαίνε και στις ανακρίσεις δεν κλαίνε;» Δεν το καταλάβαινε, δεν μπορούσαν να το καταλάβουν, δυστυχώς.

Α. Β: Και βέβαια για να δώσουμε και ένα μέτρο και της εποχής αλλά και των ηλικιών σας. Εσύ τότε ήσουν 23 χρονών, Μάκη, έτσι.

Μ. Μ: Ναι, ναι, ακριβώς, ναι.

Α. Β: Στη φωτογραφία τη γνωστή με το λαδί αμπέχονο και τα μαυρισμένα μάτια μαζί με τους συγκρατούμενους, τον Κυριάκο, τον Σταμέλο και τα άλλα τα παιδιά που και τώρα έχουν περάσει τα 70 αλλά παιδιά είναι. Οι 11 από τους 13 που είσαστε στη ζωή και θα είστε για πολλά πολλά χρόνια βέβαια, ακόμα και σας αγαπάμε και σας χρειαζόμαστε. Πολλοί ακροατές στέλνουν μηνύματα και στέλνουν τους χαιρετισμούς. Ο Νίκος ο Ανάγνου, η Μαρία η Πατσικού, ο Νίκος ο Ξεντές, ο Μιχάλης ο Μουρίκης και άλλοι που ενοχλούν τον Παντελή αλλά θα μου τα δώσει τα ονόματα πιο μετά ο Παντελής.

Μ. Μ: Ο Παντελής μου κάνει προβοκάτσια να το ξέρεις Αλέξη.

Α. Β: Πρέπει να τον τιμωρήσω έτσι δεν λες και εσύ συμφωνείς.

Μ. Μ: Επειδή αγαπιόμαστε μου κάνει προβοκάτσια κατάλαβες.

Α. Β: Κάτι τέτοια κάνει ο Παντελής και μετά διαμαρτύρεται…

Πες μας για τα τραγούδια που ακούγατε τότε. Φυσικά Θεοδωράκη και ακούγατε και τα παλιότερα και τα νεότερα τα Τραγούδια του Αγώνα, ξέρω εγώ και λοιπά που ερχόντουσαν με κασέτες με παράνομους δίσκους και λοιπά.

Μ. Μ: Και τους ξένους σταθμούς.

Α. Β: Βέβαια Deutsche Welle, Λονδίνο, Παρίσι, αλλά ακούγατε Γιάννη Μαρκόπουλο, ο οποίος προς τιμή του ήταν εδώ και στην Πλάκα, στην Λήδρα μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και το επιτελείο του και έδινε και εκείνος τη δική του μάχη. Σωστά;

Μ. Μ: Ο Γιάννης ο Μαρκόπουλος και μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη παίξανε ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του κινήματος. Σημαντικότατο. Έγιναν δύο-τρεις εκδηλώσεις. Μία από το σύλλογο των Κρητών φοιτητών που είχε τεράστια επιτυχία στο Σπόρτινγκ. Όπως και επίσης άλλη μία στο Σπόρτινγκ. Και όταν μιλάμε στο Σπόρτινγκ μιλάμε για τρεισήμισι χιλιάδες κόσμο που και στις δύο συναυλίες του βγήκε ο κόσμος και διαδήλωνε.

Α. Β: Μου το έχει πει και ο Θέμης ο Ανδρεάδης αυτό, που τραγουδούσε σε αυτή τη συναυλία στο Σπόρτινγκ ότι εξελίχθηκε σε διαδήλωση και μπορεί να είχαν και άσχημα ξεμπερδέματά οι διαδηλωτές.

Μ. Μ: Είχαμε, είχαμε. Πολύ άσχημα. Πολύ άσχημα. Αν έχω να πω μία φράση μονάχα. Τότε με πήρε ένας έτρεχα σαν τρελός μέσα στην Πατησιών και σταματάει ένα αυτοκίνητο δίπλα μου και με παίρνει. Ήταν ένα ζευγάρι μεγάλοι στην ηλικία. Με βάζουνε μέσα. Σταματάει λοιπόν αυτός. Δεν μιλάγαμε στο αυτοκίνητο. Σταματάει απ' έξω κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και μου λέει καλά σας κάνουνε. Άρχισε να κάνει τέτοια επίθεση. Του λέω γιατί μας κάνουν καλά.

Πήγαινα να του μιλήσω εγώ. Και άρχισε Αλέξη να κλαίει. Τώρα συγκινούμαι που το λέω. Να κλαίει ο άνθρωπος γιατί ήταν κομμουνιστής με έξορίες. Είχε σπουδάσει στο Πολυτεχνείο και δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Και έκανε δουλειές του ποδαριού.

Και μου λέει μπράβο. Με συγχωρείς που σου είπα στην αρχή αυτά. Γιατί φοβάμαι μήπως έχεις και εσύ αυτή την κατάληξη που είχα και εγώ.

Α. Β: Μάλιστα- μάλιστα. Λοιπόν θα ακούσουμε κανένα δύο τραγούδια οπωσδήποτε του Γιάννη Μαρκόπουλου που ήταν ο φυσικός ηχητικός πρωταγωνιστής εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή το βράδυ μπορούσατε να πάτε στην Λήδρα και να τον ακούσετε. Με αυτήν την έννοια.

Μ. Μ: Βεβαίως, βεβαίως.

Α. Β: Γιατί ο Μίκης ήταν μακριά.

Μ. Μ: Όλες οι μπουάτ παίξανε σημαντικό ρόλο τότε σε εμάς. Και από όλες οι μπουάτ να ξέρεις φεύγαμε όταν τελείωνε η παράσταση, συν ότι μπαινοβγαίνανε μπάτσοι μέσα και γινότανε διαπληκτισμοί. Φεύγαμε πάλι διαδηλώνοντας. Ομάδες, ομάδες μικρές. Δέκα, δεκαπέντε ατόμων. κατεβαίναμε από την Πλάκα και τραγουδάγαμε και γινότανε πάλι φασαρία.

Α. Β: Ναι, άμα σας λέει η Χούντα ότι σας φαίνονται τεντιμπόηδες. Αυτά κάνατε τότε βέβαια. Αστειεύομαι προφανώς. Γιατί υπάρχουν και ακροατές που δεν καταλαβαίνουν από αστεία. Να ακούσουμε δύο τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου. Το ένα με τη φωνή του αξέχαστου Νίκου Ξυλούρη. «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί». Με λόγια του Γιώργου Σκούρτη. Στην πρώτη εκτέλεση. Αυτό νομίζω γράφτηκε για μια ταινία του Μανούσου Μανουσόκη, αλλά δεν έχει και σημασία ακριβώς το πώς και πού. Σημασία έχει ότι αυτό το τραγούδι μας φέρνει αυτόματα στο μυαλό εκείνα τα ζοφερά χρόνια.

Ηχητικό με το τραγούδι: Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

Α. Β: Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Γιώργου Σκούρτη στην πρώτη εκτέλεση με τον Νίκο Ξυλούρη. Και εμείς συνεχίζουμε τη συζήτησή μας εδώ με τον Μάκη Μπαλαούρα, 53 χρόνια και 3 μέρες μετά τη δίκη των 11 σε αυτή την καταπληκτική καμπή του αντιδικτατορικού κινήματος που βεβαίως οδήγησε τέτοιες μέρες μετά στη κατάληψη της Νομικής με πολύ περισσότερο κόσμο. Αλλά πριν φτάσουμε στα απότοκα ας πούμε αυτής της υπόθεσης, να ρωτήσω πόση σημασία και πόσο ρόλο έπαιξε η μουσική στη ζωή σας εκείνα ειδικά τα χρόνια Μάκη.

Μ. Μ: Πάρα πολύ, εγώ και το γράφω και αυτό έχω θεωρήσει ότι τότε οι διανοούμενοι που ήταν και οι καλλιτέχνες και οι άνθρωποι, οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής δεθήκαμε. Αλληλοεπηρεαζόμαστε. Δηλαδή σου είπα προηγουμένως για τον Μαρωνίτη ότι έγραψε για μας και έγραψε ότι τον επηρεάσαμε με τη στάση μας.

Το ίδιο και οι καλλιτέχνες, η μουσικοί. Είπαμε το τραγούδι «Τα δώδεκα παιδιά». Είναι και πολλά άλλα που εμπνεύστηκαν από τον αγώνα τότε εναντίον της δικτατορίας και ο Θεοδωράκης και ο Μαρκόπουλος φυσικά και πολλοί άλλοι. Ο Λοΐζος. Άρα σαν να είμαστε αγκαλιασμένοι με αυτούς.

Α. Β: Ναι, καταλαβαίνω.

Μ. Μ: Πάρα πολύ. Δηλαδή η μπουάτ ήταν για μας ας πούμε εφαλτήριο. Δεν ήταν ότι απλώς πηγαίναμε για να ξεφύγουμε από το μυαλό μας να έχουμε μία επαφή. Ήταν και τόποι και χώροι στρατολόγησης. Βρίσκαμε κόσμο. Του λέγαμε έλα εδώ κουβεντιάζαμε μαζί τους. Τους πείθαμε. Πολλά πράγματα δηλαδή. Σημαντικός ο ρόλος. Και να πω και κάτι άλλο. Πότε θα κάνει ξαστεριά το ριζίτικο που το εμφάνισε ο Μαρκόπουλος με το Ξυλούρη, έγινε ο Θούριος μας.

Α. Β: Παραμένει ο Θούριος και σήμερα αυτό το τραγούδι. Δεν έχει χάσει την επικαιρότητά του.

Μ. Μ: Βεβαίως, βεβαίως.

Ο αγαπημένος φίλος και σύντροφος Πάνος Γεραμάνης

Α. Β: Έτσι ακριβώς. Να πούμε και για κάποιους άλλους ανθρώπους που δεν είναι πια στη ζωή αλλά που συνετέλεσαν αθόρυβα. Σιγοντάρισαν μάλλον αθόρυβα τον αγώνα σας. Ας πούμε ο μακαρίτης ο Πάνος ο Γεραμάνης που έχω διαβάσει μια καταπληκτική σου αφήγηση που πήγες να δώσεις ανυποψίαστος τότε στην Απογευματινή δούλευε; Δεν θυμάμαι πού ακριβώς.

Μ. Μ: Δούλευε στην Ακρόπολη ο Πάνος.

Α. Β: Και πήγες να δώσεις ένα αντιδικτατορικό μανιφέστο με τις υπογραφές σαν να μην τρέχει τίποτα.

Μ. Μ: Εμένα και του Παπαχρήστου.

Α. Β: Και πριν προλάβεις να φύγεις, ένας έτσι ευτραφής αλλά ευκίνητος τύπος σε πιάνει και σου λέει άνθρωπέ μου αυτά τα κείμενα δεν τα διακινούμε με τα ονόματά μας γιατί θα σε πιάσουν και κινδυνεύεις. Και σε έσωσε βέβαια ο Πάνος έτσι δεν είναι;

Μ. Μ: Ο Πάνος ήταν μια προσωπικότητα που δυστυχώς μας έφυγε πολύ νωρίς. Εξαιρετική από όλες τις απόψεις. Καταρχήν έχει μια δράση που δυστυχώς δεν αναφέρεται τόσο πολύ όσο θα έπρεπε. Στην δικτατορία ήταν ο άνθρωπος που έδινε τις ειδήσεις στους ξένους ανθρώπους. Έμπαινε σε ένα θάλαμο παρά το πάχος του, που έφτασε ο Θεοδωράκης μετά από την χούντα να του πει, γιατί του είχε πάρει συνέντευξη επί χούντας του Θεοδωράκη ο Γεραμάνης. «Μα εσύ πως χώραγες στο θάλαμο;».

Α. Β: Μέσα από το θάλαμο η συνέντευξη.

Μ. Μ: Ναι, ναι, ναι.

Α. Β: Χριστός και Απόστολος που λένε.

Μ. Μ: Ο Πάνος ήταν ο άνθρωπος για παράδειγμα καταλάβεις που έδωσε την είδηση ότι με έπιασαν, γιατί ήμουν αγνοούμενος, με έπιασε η ΕΣΑ. Ο Πάνος την έδωσε.

Α. Β: Κατάλαβα, κατάλαβα.

Μ. Μ: Και αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Γιατί δεν μπορούσαν να μας διαλύσουν τελείως. Δεν μπορούσαν να μας κάνουν με ανήκεστο βλάβη. Ξέρανε πια ότι μας έχει η ΕΣΑ.

Α. Β: Και βέβαια να σημειώσουμε ότι ο Πάνος Γεραμάνης ήταν και παρέμεινε ορθόδοξος κομμουνιστής και δεν είχε πολλά πολλά ιδεολογικά με σάς τους αναθεωρητές. Αλλά σας αγαπούσε βέβαια.

Μ. Μ: Όχι, να σου πω. Όταν γνωριστήκαμε ο Πάνος είχε μία γκαρσονιέρα ακριβώς στην Πλατεία Εξαρχείων και μάλιστα μου είχε δώσει και το κλειδί και είχε πάνω από το κρεβάτι του μία μικρή γκαρσονιερούλα ήταν είχε φωτογραφίες της δίκης των Ρηγάδων με τα δύο κλιμάκια των Ρηγάδων και μετά έβαλε και τους 12 έβαλε και τη δίκη τη δικιά μας των 11, ο Πάνος. Δηλαδή δεν ήταν φανατικός. Βεβαίως έγινε στην πορεία συντάχτηκε με το ΚΚΕ. Και έχει μία πλάκα που θα την πω για ένα δευτερόλεπτο ότι όταν πέθανε ο Βάρναλης και είχαμε πάει στο νεκροταφείο ο Πάνος ήθελε να πετάξει μέσα στον τάφο του όπως και πολλοί άλλοι από το ΚΚΕ να πετάξουν τον Ριζοσπάστη και πατάει σε έναν τάφο ο Πάνος και όπως ήτανε χοντρός και βαρύς ήτανε φρέσκος ο τάφος πέφτει μέσα και έσπασε το πόδι του και έτσι είχε την τύχη από την άλλη μεριά να γνωρίσει τη γυναίκα του τη Ναυσικά. Μία εξαιρετική κυρία.

Α. Β: Α’ που ήτανε νοσοκόμα η Ναυσικά. Μέσω Ριζοσπάστη και μέσω του Βάρναλη

Μ. Μ: Και τον κουβάλαγα εκεί πέρα να τον πάμε στο νοσοκομείο και έτσι… Ήτανε εξαιρετικός ο Πάνος

Α. Β: Επαυξάνω από τους καλύτερους ανθρώπους που γνώρισα. Έλα να ακούσουμε ακόμα ένα τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου που εδώ θα το ακούσουμε από τον ίδιο «Και εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί θα χαθεί» λένε οι στίχοι του Μήτσου Κασόλα, είναι από την ταινία του Ντασέν και είναι ο Μαρκόπουλος εκεί αναμαλλιασμένος και παίζει στο πιάνο με τους φοιτητές που αναπαριστά την εξέγερση η ταινία και τραγουδάει ακριβώς αυτό το «παπα ντοπ ντοπ ντοπ» που καταλήγει στην επωδό «Και εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί»

Ηχητικό με το τραγούδι: «Και εκείνος που σωπαίνει θα χαθεί»

Α. Β: Λοιπόν, πήραμε κλίμα και από τον Μαρκόπουλο...

Μ. Μ: Θέλω να πω κάτι για αυτό το τραγούδι. Να πω κάτι, Αλέξη, για αυτό το τραγούδι. Εγώ το είχα ακούσει από την Deutsche Welle που είχε βγει ο Θεοδωράκης τότε, η Μελίνα, ο Μαρκόπουλος λίγο πριν με πιάσουν στην ΕΣΑ. Και μου είχε εντοπιστεί στη μνήμη και προσπαθούσα να το ερμηνεύσω. Έδωσα δύο ερμηνείες εναλλακτικές. Η μία είναι ότι εκείνος που σωπαίνει, βλέπει τα γεγονότα, τη δικτατορία και σωπαίνει, θα χαθεί απ' την ιστορία, θα εξαφανιστεί απ' την ιστορία. Η άλλη που με βόλευε εμένα ερμηνεία είναι ότι αν σωπάσεις στα βασανιστήρια, θα χαθείς από τα βασανιστήρια, θα σε αφανίσουν. Και με βόλευε αυτό ότι προτιμούσα να με βασανίζουν και να είμαι σιωπηλός ακόμα και όταν με βασανίζουν. Αυτό ήταν το θυμάμαι.

Α. Β: Μάλιστα. Σαφές και αυτό που λες. Να πούμε ότι εσύ που διατέλεσες ο τελευταίος τεντιμπόης, έτσι, κατά τα δικά σου λεγόμενα, δεν το λέω εγώ, αυτές τις περιπέτειες του τελευταίου θα τις κάνεις βιβλίο που θα κυκλοφορήσει οσονούπω και όταν λέμε ως ο οσονούπω σε κανένα δίμηνο, έτσι, από τους εκδόσεις Θεμέλιο. Τον ιστορικό εκδοτικό οίκο.

Μ. Μ: Από το Θεμέλιο, ναι, το έχω το δώσει, γίνεται τώρα κάποιες μικροδιορθώσεις και θα πάρει τη σειρά του, πιστεύω, να βγει μέχρι την 21η Απριλίου, να έχει βγει αυτό το βιβλίο.

Α. Β: Ωραία. Και εφόσον τότε... Περιγράφει όλα αυτά τα πράγματα, ναι. Και εφόσον τότε δεν θα έχεις και το μικρό θέμα με την κοίλη που πέρασες, θα έρθεις από το στούντιο να το παρουσιάσουμε το βιβλίο, από τώρα σε αγκαζάρω και το ξέρεις.

Μ. Μ: Βεβαίως, βεβαίως, βεβαίως. Αλλοίμονο. Θέλω να ευχηθώ και εγώ πολύ χρόνο στο Κόκκινο και συμφωνώ με αυτά που άκουσα από τον Φοίβο Δηληβοριά να μην τα επαναλαμβάνω για να τελειώσει η εκπομπή, όπως θέλεις εσύ να τελειώσει.

Α. Β: Δεν προλάβαμε να ακούσουμε ένα μεγάλο τραγούδι σε διάρκεια του Μίκη Θεοδωράκη και του Μανώλη Αναγνωστάκη από τις Αρκαδίες, αυτός ο Χάρης 1944. Δυστυχώς δεν μπορεί να μπει.

Μ. Μ: Εγώ θέλω να πω μία φράση μόνο, ελπίζω. Εγώ, όταν σκεφτόμουν αν θα βγω από την ΕΣΑ και όταν βγήκα τραγούδαγα το τραγούδι του Σαββόπουλου «Κι αν βγω από αυτή τη φυλακή».

Α. Β: Θες να το ακούσουμε τώρα αυτό το τραγούδι. Η Δημοσθένους λέξη είναι να κλείσουμε αυτό το τραγούδι. Βεβαίως.

Μ. Μ: Και επίσης και το τραγούδι του Μίκη μαζί το πήγαινα, περπάτησα γύρω στα 12-13, δεν ξέρω πόσα, χιλιόμετρα είναι από την ΕΣΑ στον Άγιο Σώστη και τραγούδαγα αυτά τα δύο τραγούδια το βράδυ που μου απολύσανε, το «Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα».

Α. Β: Δρόμοι παλιοί βέβαια. Του Αναγνωστάκη οι στίχοι. Λοιπόν ακούμε τον Διονύση Σαββόπουλου στη Δημοσθένους λέξη από το Βρώμικο Ψωμί. Μάκη σε ευχαριστώ για όλα. Θα σε ευχαριστήσω και σε δύο μήνες που θα ξανάρθεις εδώ στο Κόκκινο να μας τα πεις από το στούντιο. Καλή επιτυχία στο βιβλίο που θα βγω.

Μ. Μ: Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ Αλέξη που κουβεντιάσαμε. Και ο κόσμος το ευχαριστήθηκε. Οι νέοι άνθρωποι να μάθουν μερικά πράγματα.

Α. Β: Έτσι ακριβώς. Μείνετε συντονισμένοι λοιπόν φίλες και φίλοι μετά το Δελτίου Ειδήσεων επέρχεται η Μαρία Αθανασούλια. Ευχαριστώ τον Γιάννο Ηλιάδη και τον Παντελή Νταβανέλο, από τον Μάκη Μπαλαούρα και εμένα, τον Αλέξη Βάκη. Γεια σας και χαρά σας.

2023-05-10

Ο Νίκος Βούτσης μιλά για τον Μάκη Μπαλαούρα

  • Η παρουσία του φίλου και συντρόφου Μάκη Μπαλαούρα στην προσεχή Βουλή θα είναι πολύ σημαντική
  • Η αντιδικτατορική διαδρομή, στην Ανανεωτική Αριστερά, στον συνδικαλισμό, στη Βουλή
  • Ιδιαίτερη η συμβολή του στην χωρίς τους μνημονιακούς καταναγκασμούς εποχή

Η παρουσία του φίλου και συντρόφου Μάκη Μπαλαούρα στην προσεχή Βουλή, μετά από ένα νικηφόρο αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, μέσα σε μία μεγαλύτερη κοινοβουλευτική ομάδα, θα είναι πολύ σημαντική, όπως σημαντική ήταν η παρουσία του Μάκη και τα προηγούμενα χρόνια από τα έδρανα του κοινοβουλίου, από τις υπεύθυνες θέσεις στις επιτροπές και από τον δημόσιο λόγο στον οποίο πάντοτε ήτανε παρών και ευθύς.

Θα μπορούσα, τι θα ήθελα, να πω αρκετά πράγματα από όλη τη διαδρομή, την κοινή εν πολλοίς διαδρομή που είχαμε με τον Μάκη Μπαλαούρα, από το αγωνιστικό αποτύπωμα που άφησε στην αντιδικτατορική του δράση ως πολύ νεαρός φοιτητής, μέχρι την συνεπή για πολλά χρόνια συνδικαλιστική του παρουσία σε αγώνες των εργαζομένων στον τομέα των τραπεζών και όχι μόνο. Και βεβαίως στην πολιτική του παρουσία μέσα σε αυτά τα χρόνια από τα μετερίζια πάντοτε της Ανανεωτικής Ριζοσπαστικής Κομμουνιστικής Αριστεράς που έδωσε την δυνατότητα και την ευκαιρία στους συμπολίτες του να τον επιλέξουν ως βουλευτή στην κρίσιμη περίοδο την οποία περάσαμε μέσα στην υπεράσπιση των συμφερόντων του λαού μας, για να βγει η χώρα από την χρεωκοπία, να βγει η χώρα από τη μιζέρια και τα μνημόνια σε κόντρα με τους πολιτικούς θήτες, που θέλουν και τώρα να μας οδηγήσουν στις ίδιες περιπέτειες και που είχαν μηχανευθεί την αριστερή παρένθεση.

Πιστεύω λοιπόν η παρουσία του Μάκη, σε αυτό που αποκάλεσε και ο πρόεδρος του κόμματος ο Αλέξης Τσίπρας, για πρώτη φορά αριστερά χωρίς τους καταναγκασμούς τους μνημονιακούς για να ασκήσουμε πράγματι τις πολιτικές που αφορούν τους πολλούς, θα είναι μια ιδιαίτερη σημαντική συμβολή στο πλαίσιο αυτής της γενικότερης για τη χώρα πορείας, η οποία αφήνει το αποτύπωμα της και στην Ευρώπη και το ξέρουμε αυτό και πάντοτε αυτόν τον ορίζοντα είχε και ο Μάκης στην δικιά του πολιτική ενόραση αυτές τις δεκαετίες.

https://www.youtube.com/embed/Bys5AJ1VnP8

2023-05-06

O Νίκος Ξυδάκης* μιλά για τον Μάκη Μπαλαούρα

• Ο Μάκης του αγώνα κατά της Δικτατορίας, όταν ήταν παιδί, φοιτητής

• Του μαχητικού και ανιδιοτελούς συνδικαλισμού για πολλά χρόνια

• Ο Μάκης της Ανανεωτικής Αριστεράς, των ιδεών και των αγώνων

• Ο ακούραστος αγωνιστής, ο ανιδιοτελής που δεν μασάει τα λόγια του

Για τους προοδευτικούς και αριστερούς πολίτες, ο Μάκης Μπαλαούρας δεν χρειάζεται ιδιαίτερα συστάσεις. Σε όλη την Ελλάδα αλλά πολύ περισσότερο στην πατρίδα του την Ηλεία.

Αλλά ας τον συστήσω εγώ ένας φίλος, του για όσους δεν τον ξέρουν. Ας συστήσω λοιπόν τον φίλο, τον συνοδοιπόρο, τον συναγωνιστή. Είναι ο Μάκης από τα Λεχαινά της Ηλείας, είναι ο Μάκης του αγώνα κατά της Δικτατορίας, όταν ήταν παιδί, φοιτητής. Είναι ο Μάκης του μαχητικού και ανιδιοτελούς συνδικαλισμού για πολλά πολλά χρόνια.

Είναι ο Μάκης της Ανανεωτικής Αριστεράς, των ιδεών και των αγώνων. Είναι ο Μάκης στην Βουλή, Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων. Είναι ο Μάκης της Καρδιάς μας. Ο Μάκης που τον αγαπούν οι συμπολίτες του, τον τιμούν οι σύντροφοι του, που τον σέβονται οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Είναι ο ακούραστος αγωνιστής, ο ανιδιοτελής που δεν μασάει τα λόγια του. Αυτός ο Μάκης αξίζει την ψήφο μας, αξίζει να ξαναβρεθεί στη Βουλή.

Μάκη μαζί σου.

2021-11-17

Στα μπουντρούμια της χούντας: Η καθημερινότητα ενός αντιστασιακού φοιτητή στην δικτατορία

Ο Μάκης Μπαλαούρας αφηγείται στον Γρηγόρη Ν. Θεοχάρη για το tvxs.gr - 17 Νοέμβρη 2021

Η χρονική απόσταση από την Εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973 δεν είναι τόσο μακρινή. Όμως, ταυτόχρονα, απέχει έτη φωτός από την άποψη των διαφορών στην κοινωνία, ακόμη και στην καθημερινότητά της. Διότι για τους περισσότερους σήμερα είναι πρακτικά αδύνατον να φανταστούν τον ασφαλίτη να ανάβει τσιγάρο πίσω από μια εφημερίδα στη γωνία και τον χαφιέ να παριστάνει τον φίλο που νομίζαμε για «κολλητό». Κι όμως, τα θύματα εκείνων των παρακολουθήσεων, αλλά και των βασανισμών που τις συνόδευαν σε χιλιάδες περιπτώσεις, κυκλοφορούν σήμερα δίπλα μας. Όπως και πολλοί από τους θύτες βέβαια.

Με αφορμή την επέτειο του Πολυτεχνείου, το Tvxs.gr μίλησε με έναν από τους στόχους της χούντας, ο οποίος βίωσε ουσιαστικά όλη την «γκάμα» των μεθόδων του καθεστώτος.
Ο Μάκης Μπαλαούρας, αγωνιστής του αντιδικτατορικού κινήματος, πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, μας μεταφέρει 50 χρόνια πίσω, για να μας «ξεναγήσει» στην νοσηρότητα και την βαρβαρότητα που συνόδευσαν μία από τις πιο ζοφερές σελίδες της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας.

Ο «καλός» και ο «κακός» ασφαλίτης
Ο Μάκης Μπαλαούρας, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ στα χρόνια της χούντας, είχε αναπτύξει αντιδικτατορική δράση, σε επαφή, αλλά όχι σε άμεση σύνδεση με τις παράνομες οργανώσεις. Η δράση του ήταν φανερή, έστω κι αν ήταν αυτή καθ΄ εαυτή παράνομη, γεγονός που είχε και κακές και «καλές» συνέπειες. Οι κακές ήταν οι συχνές «επισκέψεις» του στην Ασφάλεια. Οι «καλές» ήταν ότι, ακριβώς επειδή δεν ήταν μέλος παράνομων οργανώσεων, οι ασφαλίτες ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν ουσιαστικές πληροφορίες από εκείνον. Χωρίς όμως αυτή η γνώση να τον γλιτώσει από τα βασανιστήρια.
«Στην Ασφάλεια πηγαίναμε είτε με προσαγωγές, είτε με κλήσεις “δια υπόθεσίν σας”» μας λέει. «Δεν υπήρχε πρωτόκολλο, χαρτιά, τίποτα. Παίρνανε τηλέφωνο στο αρμόδιο γραφείο και μας “υποδέχονταν” παίζοντας τον ρόλο του «καλού» και του «κακού». Ο ένας έλεγε “εσύ είσαι καλό παιδί, τι θέλεις και μπλέκεις με αυτούς, δεν σκέφτεσαι τους γονείς σου, την φίλη σου;”. Και ο άλλος, “έλα εδώ ρε κωλόπαιδο, θα σε γα.., δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ομολογήσει εδώ”, “κάτσε καλά γιατί την επόμενη φορά θα σε διαλύσουμε”.
»Εγώ δεν ήμουν σε παράνομη οργάνωση. Είχα σχέση με τον “Ρήγα Φεραίο”, αλλά, όπως και πολλοί άλλοι από εμάς, ήμασταν στο μαζικό κίνημα. Επομένως όλες οι κινήσεις μας ήταν φανερές. Οπότε δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν πάνω μας μεθόδους όπως “είπε ο τάδε για σένα”. Εντάξει, είπε. Δεν ήταν κρυφό ότι συναντηθήκαμε σε μια καφετέρια και συζητήσαμε.
»Ήξερα την μεταχείριση των ασφαλιτών. Το κυριότερο χαρακτηριστικό τους ότι, επειδή ήταν εκπαιδευμένοι, δεν σου προκαλούσαν ανήκεστο βλάβη. Αυτά τα προσέχανε, όχι επειδή ήταν καλοί, αλλά επειδή φοβούνταν τις αντιδράσεις από το εξωτερικό. Έβλεπαν τους εαυτούς τους ως επαγγελματίες. Και δεν είχαν κάτι να πάρουν απο εμάς. Το ήξεραν. Γι’ αυτό έκαναν βασανιστήρια για να “βάλουμε μυαλό”. Με ξύλο, απειλές, εκφοβισμό.».

Οι 100 υπογραφές και η «Μελέτη των 12»
«Έτυχε να κάνουμε κάτι παράτολμο τότε, με τον Δημήτρη Παπαχρήστο, τον μετέπειτα εκφωνητή του Πολυτεχνείου», συνεχίζει ην αφήγησή του ο Μ. Μπαλαούρας. «Μαζέψαμε 100 υπογραφές για να ζητήσουμε τη διενέργεια δημοκρατικών εκλογών στην ΑΣΟΕΕ, όπου σπουδάζαμε και οι δύο. Τις δείξαμε στις εφημερίδες, αλλά δεν τις δώσαμε. Τις έχω ακόμα. Ποτέ δεν τις πήραν στα χέρια τους. Αυτοί μάθανε ότι μαζεύουμε υπογραφές και με βουτήξανε. Με συνέλαβε ο Σμαϊλης, με έβαλε σε ένα μπουντρούμι και άρχισε να με χτυπάει με μπουνιές, να μου τραβάει τα μαλλιά – ξερίζωσε το πάνω μέρος του κεφαλιού – να με κλωτσάει».
«Θεωρώ κομβικό σημείο στο αντιδικτατορικό κίνημα την έκδοση της “Μελέτης των 12” (σσ: από τον αριθμό των συντακτών της), ένα κείμενο 25 σελίδων που αφορούσε γενικά το πανεπιστήμιο και ειδικά την ΑΣΟΕΕ. Σε αυτήν μιλάγαμε για την δημοκρατία, για τα μαθήματα, ότι δεν μπορεί να λείπει ο Μαρξ και άλλοι διανοητές, ειδικά σε μια οικονομική σχολή. Το είχαμε ετοιμάσει, το πολυγραφήσαμε και είχαμε πει να το μοιράσουμε την τάδε μέρα και ώρα. Προς το απόγευμα. Νομίζω στις 25 Γενάρη του 1973.
»Παραπλανήσαμε την Ασφάλεια, Είχα έναν πολύ φίλο, ήταν ο άνθρωπος για να παρακολουθεί εμένα, αλλά τον είχα εγώ για να του δίνω παραπλανητικές πληροφορίες για την ασφάλεια. Είχε το παρατσούκλι “Πράκτορας”. Τους είπε λοιπόν ότι “αυτοί κάτι ετοιμάζουν πιθανώς σήμερα ή αύριο, το μεσημέρι”. Εμείς πήγαμε το απόγευμα όταν αυτοί είχαν φύγει και μοιράσαμε το υλικό μας.
»Μας πέρασαν πειθαρχικό στην ΑΣΟΕΕ. Η εξέλιξη ήταν ότι στις 5 του Φλεβάρη, οι φοιτητές μας περίμεναν στο προαύλιο μετά την απολογία μας στον Πρύτανη – μια φλογερή απολογία για την δημοκρατία και τις ακαδημαϊκές ελευθερίες – και κατεβήκαμε κάτω και τους έβγαλα λόγο στο προαύλιο. Σύμφωνα με την αστυνομία ήταν 1.500 άτομα. Ήταν η πρώτη μεγάλη ανοιχτή μαζική εκδήλωση στη δικτατορία. Αμέσως μετά μας πιάσανε και φάγαμε ξύλο».

Από τους «επαγγελματίας» στους «ανώνυμους»… και το «αλώνι»
Τον Γενάρη του 1974 «έγινε μια σύσκεψη με ανθρώπους του “Ρήγα” και επειδή τα πανεπιστήμια είχαν νεκρώσει και δεν πατάγανε φοιτητές (σσ. μετά την Εξέγερση του Πολυτεχνείου) είπαμε να τα ζωντανέψουμε και να σπάσουμε την τρομοκρατία. Προσφέρθηκα λοιπόν να πάω στην ΑΣΟΕΕ ξέροντας ότι μπορεί να με συλλάβουν. Αλλά δεν περίμενα να με συλλάβει η ΕΣΑ. Δεν το πίστεψα στην αρχή. Ήταν με πολιτικά.». Επικεφαλής των ΕΣΑτζήδων ήταν ο ταγματάρχης Κουλουμβάκης.«Την ασφάλεια την ήξερα απέξω κι ανακατωτά» συνεχίζει ο Μάκης Μπαλαούρας. «Ήξερα τους “κακούς” και τους “καλούς” μπάτσους. Ήξερα πώς θα μου συμπεριφέρονταν, τι απειλές θα εκτόξευαν. Μπορούσα να τους δουλέψω κι εγώ. Μου έλεγαν “θα σε στείλουμε εξορία στην Ανάφη”. Τους έλεγα “ωραίο νησί η Ανάφη”. Να μια μπουνιά. Στην ΕΣΑ ήταν διαφορετικά. Είχα δει ανθρώπους που είχαν βγει ερείπια. Είχαν συλληφθεί ως μέλη παράνομων οργανώσεων όπως του “Ρήγα Φεραίου”, της ΚΝΕ και πολλών άλλων. Πέρασαν μεγάλα βασανιστήρια».
«Όταν με πήγανε στο ΕΑΤ, σταμάτησε το τζιπ και με περίμεναν καμια 15αριά ΕΣΑτζήδες. Το περίφημο “αλώνι”. Είναι ένας κύκλος από 10 – 15 άτομα, σε βάζουν στη μέση και όποιος προλάβει σε δέρνει. Μπουνιές, κλωτσιές, γκλοπ. Κατευθείαν. Ήταν η “υποδοχή”. Για να “βάλεις μυαλό” και να είσαι έτοιμος μετά για την ανάκριση. Ήταν άλλο πράγμα αυτό το βασανιστήριο γιατί δεν ήξερες τι θα πάθεις. Όταν σε κλωτσάνε στην πλάτη, στα νεφρά, στο κεφάλι, μπορεί να πάθεις εσωτερική αιμορραγία. Οι ΕΣΑτζήδες δεν φοβόντουσαν όπως στην Ασφάλεια, γιατί θεωρούσαν τον εαυτό τους το “ανφάν γκατέ” της δικτατορίας. Επίσης, ήταν ανώνυμοι. Δεν ήταν όπως στην αστυνομία που μπορούσες να μάθεις τα ονόματά τους. Τα έλεγαν και μόνοι τους, επειδή θεωρούσαν ότι ήταν απλά “επαγγελματίες” που έκαναν την δουλειά τους. Στην ΕΣΑ ήταν τελείως διαφορετικοί.
»Οι ανακριτικές μέθοδοι είχαν και διαφορές και συμπτώσεις. Ας πούμε, την πολύωρη ορθοστασία την είχα υποστεί και στην Ασφάλεια. Σε βάζανε σε ένα εντελώς άδειο κελί και σου έδιναν χαρτί και μολύβι για να γράψεις τι ξέρεις. Αυτό έπρεπε να το κάνεις όρθιος. Τρελαινόσουν. Και κοιτούσαν από το παραθυράκι της πόρτας αν είσαι ακόμη όρθιος. Αν δεν ήσουν, σε πλακώνανε στο ξύλο.
»Αλλά στην ΕΣΑ ήταν και μεγαλύτερη η αγριότητα. Πέρασα την ανάκριση, με απείλησαν και με περίστροφο. Και ο Κουλουμβάκης που με συνέλαβε, ο ταγματάρχης, και ο Σπανός που ήταν διοικητής και είχε διαδεχθεί τον Ιωαννίδη στην ηγεσία της ΕΣΑ. Ο Σπανός με “υποδέχθηκε” με το περίστροφο και μου είπε “πέστα όλα”».

Πώς μπορεί να σε τρομάξει ένα αρνάκι Αργεντινής και ένα μοσχαράκι Ροδεσίας
Μέσα αυτό το «τρομοκρατικό περιβάλλον», όπως το χαρακτηρίζει ο Μ. Μπαλαούρας, κάθε τι που πέφτει στην αντίληψη του θύματος, προσαρμόζεται στην κατάστασή του και παίρνει άλλες διαστάσεις.
Στο γραφείο του Κουλουμβάκη που τον πήγαν, ο Μ. Μπαλαούρας είδε φακέλους που έγραφαν «αρνάκι Αργεντινής» και «μοσχαράκι Ροδεσίας». «Σκέφτηκα ότι είναι δικοί μας σκοτωμένοι (σσ: με συνθηματικές ονομασίες). Από το Πολυτεχνείο. Ξέραμε για νεκρούς, αλλά δεν ξέραμε αριθμό. Τους κράταγαν για μέρες στα ψυγεία και τους έδιναν στις οικογένειές τους αργότερα για να μην ταυτιστούν χρονικά με την εξέγερση. Τρομοκρατήθηκα ότι θα γίνω κι εγώ “μοσχαράκι” και “αρνάκι” σε κάποιον φάκελο.. Αλλά αυτή ήταν η υπόθεση του σκανδάλου με τα κρέατα του Μπαλόπουλου. Ήταν δεξί χέρι του Παπαδόπουλου και είχε γίνει υπουργός Εμπορίου. Έφερνε σάπια κρέατα από Αργεντινή και Ροδεσία που αγόραζε πάμφθηνα και τα έφερνε στην Ελλάδα, που τα έδινε και στον στρατό με δεκαπλάσια τιμή. Θησαύριζαν. Εμείς δεν τα ξέραμε τότε αυτά και όταν με συνέλαβαν, την επόμενη μέρα γέμισε η φυλακή με κρατούμενους από την υπόθεση κρεάτων. Ήμουν “τυχερός”, γιατί αναγκαστικά με πήγαν στην ΕΣΑ της Νέας Φιλαδέλφειας. Όπου ήταν κρατητήριο, αλλά όχι ανακριτικό κέντρο.
»Εκεί με βάλανε σε πλήρη απομόνωση. Δεν σε βγάζανε ούτε στο προαύλιο. Δεν έβλεπες το φως της μέρας. Δεν είχες άνθρωπο να μιλήσεις. Δεν είχες βιβλίο να διαβάσεις. Είχες μόνο ένα κρεβάτι και μια κουβέρτα. Και καθόσουν ώρες ατελείωτες μέσα στο κερί μόνος σου. Μπορείς να τρελαθείς. Μετά από ενάμιση μήνα μόνο άρχισαν να μας βγάζουν για πέντε λεπτά να δούμε λίγο φυσικό φως. Εκεί έμεινα τρεισήμισι μήνες».

«Αγνοούμενος»…
Ένα από τα κοινά χαρακτηριστικά όλων των διδακτοριών – και ουσιαστικά ένα επιπλέον βασανιστήριο, τόσο για το άμεσο θύμα, όσο και για την οικογένειά του – είναι η απόλυτη ανυπαρξία πληροφοριών για την «τύχη» του. Οι συλληφθέντες «εξαφανίζονται».
«Οι δικοί μου άνθρωποι δεν ξέρανε τίποτα για το πού βρισκόμουν. Εξαφανίστηκα. Από την δράση μου κατάλαβαν ότι με συλλάβανε. Η αδερφή μου πήγε στην Ασφάλεια, της είπαν ότι “δεν τον έχουμε εμείς” και ότι μπορεί να το “έσκασα” στο εξωτερικό και άλλες τέτοιες σαχλαμάρες.
»Ο Πάνος Γεραμάνης ήταν πολύ φίλος μου. Δημοσιογράφος εκείνος στην εφημερίδα “Ακρόπολη” τότε, γνωριστήκαμε όταν πηγαίναμε στις εφημερίδες να δώσουμε το υλικό μας με τις θέσεις μας. Μια φορά ο Πάνος μας ειδοποίησε ότι με κάποιον που μιλούσαμε ήταν χαφιές και από τότε γίναμε φίλοι. Ο Πάνος λοιπόν πληροφορήθηκε από κάποιους φίλους μου στην ΑΣΟΕΕ ότι με συλλάβανε και έδωσε την πληροφορία στην Ντόιτσε Βέλε. Και έτσι το μάθανε οι δικοί μου ότι ήμουν στην ΕΣΑ. Αναγκάστηκαν να παραδεχθούν ότι με έχουν, αλλά “δεν μπορούμε να σου πούμε πού είναι”. Η αδερφή μου τους ρώτησε τι επιτρέπεται να μου στείλει και της είπαν, σώβρακα. Καινούργια,. “‘Όπως τα αγοράζεις από το μαγαζί, να τα φέρνεις κατευθείαν εδώ”, της είπαν. Μέσα στα σώβρακα υπήρχε ένα χαρτόνι και με αυτά τα χαρτόνια έφτιαξα τράπουλα. Πέρναγα την ώρα μου ρίχνοντας πασιέντζες και παίζοντας πόκερ με τον εαυτό μου. Το ζητούμενο ήταν πότε θα βγω. Η πασιέτζα έλεγε “άμεσα”, άλλα τελικά βγήκα τον Απρίλη του ’74».

Πώς κατασκευάζεται ένας βασανιστής
Για τον Μάκη Μπαλαούρα, η δημιουργία ενός βασανιστή γίνεται από πολλά πράγματα μαζί. Τα παρέθεσε χωρίς να αξιολογεί την σημασία του ενός σε σχέση με το άλλο, αφού λειτουργούν με λανθάνοντα, πολύπλοκο τρόπο.
«Η οικογένεια. Εάν του έχουν πιπιλήσει το κεφάλι ότι “εμείς είμαστε οι καλοί”, οι “πατριώτες”, άνθρωποι της εκκλησίας. Και εκείνος είναι κομμουνιστής, άθεος, “θέλει να δώσει την πατρίδα μας στους Ρώσους”. Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν είχε ένα ευνοϊκό πεδίο στο κεφάλι του για να δεχθεί τα πιο ακραία πράγματα της χούντας.
Ακολουθεί η συνεχόμενη προπαγάνδα. Η οργανωμένη. Με λόγους στον στρατό. Με φωτογραφίες υποτιθέμενων “εγκλημάτων” του “εχθρού”, τις οποίες δεν είχαν την δυνατότητα να καταλάβουν αν ήταν αληθινές.
Να έχει υποστεί ο ίδιος ο βασανιστής κακομεταχείριση. Όταν με πιάσανε, το πολύ ξύλο το έφαγα μέσα στην κλούβα της αστυνομίας.
Από αστυνομικούς που τους είχαν ώρες ολόκληρες μέσα στο λεωφορείο και όρθιους έξω. Και τους έλεγαν ότι τα τραβάνε αυτά για “κάποια κωλόπαιδα που δεν σας αφήνουν να πάτε σπίτια σας και να δείτε τις κοπέλες σας”».

«Συστατική επιστολή» σε ΕΣΑτζή
Ο χαρακτήρας παίζει επίσης ρόλο. «Ένας ΕΣΑτζής, από την Ρόδο, ήταν ερωτευμένος με μια Σουηδέζα. Και η Σουηδία τότε ήταν στα κάγκελα ενάντια στην χούντα στην Ελλάδα. Η Σουηδέζα έμαθε ότι είναι ΕΣΑτζής – εκείνος της το έκρυβε και της έλεγε ότι είναι φαντάρος – και του είπε, “ή εμένα ή την ΕΣΑ”. Και μου λέει “θέλω την βοήθειά σου, τι να κάνω”. Μου είπε ότι θέλει να το σκάσει στο εξωτερικό. Και του λέω “πώς θα πας; Αν σε πιάσουν και ειδικά που είσαι ΕΣΑτζής θα σε διαλύσουν. Αλλά ακόμη κι αν τα καταφέρεις τι θα κάνεις στην Σουηδία; Πώς θα ζήσεις;”. Και τότε του είπα ότι θα “σου δώσω συστατική επιστολή ότι είσαι καλό παιδί και δεν μας δέρνεις”».
Ακόμη ένα χαρακτηριστικό των βασανιστών ήταν η εντοπιότητα. Αν τύχαινε να είναι συντοπίτες με το θύμα, το βασάνιζαν επειδή ήταν… η «ντροπή του τόπου». «Εμένα»
, θυμάται ο Μ. Μπαλαούρας, «με βασάνιζε ένας ΕΣΑτζής, μπουζουξής στο επάγγελμα, μόνο και μόνο επειδή ήμουν κι εγώ από την Ηλεία». Όταν ο Μ. Μπαλαούρας έμαθε το επάγγελμά του, την επόμενη φορά που ήρθε για το καθημερινό ξύλο, του είπε ότι ξέρει μια γνωστή τραγουδίστρια της εποχής και ότι αν της μιλούσε, δεν θα έβρισκε πουθενά δουλειά. Και ο ΕΣΑτζής, άναυδος, έπαψε έκτοτε να τον βασανίζει!

Τα «υλικά» της αντοχής
Τι είναι όμως αυτό που μετατρέπουν τα θύματα των βασανιστών σε τελικούς νικητές; Τι τους κάνει να αντέχουν; «Η πίστη στα ιδανικά και τις ιδέες σου» μας λέει ο Μ. Μπαλαούρας. «Και ότι έχεις ανθρώπους φίλους, αγαπημένους, που σε στηρίζουν και πιστεύουν σε σένα. Ότι δεν είσαι μόνος σου».
 

tvxs.gr


2017-05-16

Μπαλαούρας, στο Κεντρικό Δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ, για το επεισόδιο με τη Χρυσή Αυγή: «Ακολουθούν το μοντέλο του Χίτλερ και του Μουσολίνι» «Ο Κασιδιάρης έσπρωξε τον Δένδια με συνέπεια να πέσει πάνω στα έδρανα» (βίντεο)

Για το πρωτοφανές επεισόδιο που σημειώθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής με πρωταγωνιστή τον Χρυσαυγίτη βουλευτή Ηλία Κασιδιάρη μίλησε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ ο πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής, Μάκης Μπαλαούρας, ο οποίος εκείνη την ώρα εκτελούσε χρέη προέδρου.

Ο κ. Μπαλαούρας έριξε την ευθύνη για τον απόλυτο χαμό εντός της αίθουσας των συνεδριάσεων της Βουλής τον Ηλία Κασιδιάρη, υποστηρίζοντας πως αυτός έσπρωξε τον Νίκο Δένδια, με αποτέλεσμα ο δεύτερος να πέσει πάνω στα έδρανα.

Ο εκτελών χρέη προέδρου, σημείωσε ότι «συνηθίζεται οι βουλευτές να περνούν από τους διαδρόμους, όταν θέλουν να βγουν από την αίθουσα. Τη στιγμή λοιπόν που περνούσε ο κ. Δένδιας ο Ηλίας Κασιδιάρης τον ρώτησε γιατί περνά την ώρα που είχε το λόγο εκείνος».

Στη συνέχεια ο Ηλίας Κασιδιάρης έσπρωξε τον Ν. Δένδια με συνέπεια να οπισθοχωρήσει από την σπρωξιά και να πέσει στο επόμενο έδρανο. Την ίδια στιγμή, βουλευτές της ΧΑ έριχναν μπουκάλια και έσπρωχναν άλλους βουλευτές. Αμέσως, όπως είπε ο κ. Μπαλαούρας ο οποίος βρισκόταν στην έδρα, ζήτησε να αποβληθεί ο κ. Κασιδιάρης.

Επίσης, επεσήμανε το γεγονός ότι ήταν ομόφωνη η απόφαση των κομμάτων για αποπομπή της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Χρυσής Αυγής από τις συνεδριάσεις των Επιτροπών και του Ηλία Κασιδιάρη και από την Ολομέλεια, η οποία θα έχει τον τελικό λόγο για τα μέτρα που θα επιβληθούν τόσο στον Κασιδιάρη όσο και στα άλλα μέλη της Κ.Ο του κόμματος.

Μάλιστα, υποστήριξε ότι τα μέλη και οι βουλευτές της Χρυσής Αυγής «ακολουθούν το μοντέλο του Χίτλερ και του Μουσολίνι».

Ο κ. Μπαλαούρας εξέφρασε επίσης τη δυσαρέσκεια του για την ανακοίνωση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία αναφέρει ότι «για μια ακόμη φορά η Χρυσή Αυγή διευκολύνει τον ΣΥΡΙΖΑ».

1997-04-20

ΣΑΝΤΕ σκέτο*

Με γερμένο το δεξί ώμο και με κοφτό βήμα, μαγκιά περασμένων εποχών, στρογγυλοκάθησε, βγάζοντας από την τσέπη του ένα κόκκινο πακέτο τσιγάρα ΣΑΝΤΕ άφιλτρο. - «Τα ξέρεις αυτά;» μου είπε. - Ναι, φυσικά, ακόμα αυτά καπνίζεις; - «Άλλο σ’ ρώτησα. Θυμάσαι που στα έστειλα όταν σ’ έπιασαν»; Ένας στρόβιλος μνήμης με πλημμύρισε. «Τι τσιγάρα καπνίζεις;» με ρώτησε ο φρουρός. - «Βασικά Άσσο σκέτο, αλλά καμιά φορά και ΣΑΝΤΕ» είπα ψέματα, έτσι αυθόρμητα. - «Πάρτα, σ’ τα έστειλε η αδελφή σου» μου είπε. Ήταν το σήμα, πως οι άλλοι είναι καλά και είναι κοντά μου... Ο καπνιστής των ΣΑΝΤΕ ήλθε από το χωριό του να σπουδάσει. Φυσικά τον περίμενε ο Βλάσης ο ασφαλίτης. «Άκου φίλε, η οικογένεια σου είναι σταμπαρισμένη, εσύ όμως, μαθαίνω, πως είσαι καλό παιδί, γι’ αυτό δε θα σε διώξουμε από τη Σχολή, να έρχεσαι όμως να μου λες τι ακούς, γιατί υπάρχουν εδώ μέσα αρκετοί που δεν βάζουν μυαλό και δημιουργούν προβλήματα»... Τον έβλεπα να με παρατηρεί επίμονα και αυτό άρχιζε να ν’ εκνευρίζει. Στο τέλος με πλησίασε και χωρίς περιστροφές μου είπε. «Στη Φωκίωνος υπάρχει το τάδε μπαρ, έλα να μιλήσουμε». Πήγα από περιέργεια, αν και φοβισμένος. Σκοτάδι, μουσική ανακατεμένη. Μια γυναίκα έντονα βαμμένη και ημίγυμνη με πλησίασε... «Άστον αυτόν, είναι δικός μου» άκουσα μια φωνή. »Άκου να δεις, σ’ έκοψα από τη φάτσα, από το κομπολόι και από τη μαυροφορεμένη που κυκλοφορείς και πιστεύω πως είσαι εντάξει». Μου είπε τι τον βασάνιζε. Ζητούσε βοήθεια... «Γίνε φίλος του» του είπα. Το πρόσωπο του πήρε αλλόκοτο χρώμα - λόγω και του φωτισμού του μπαρ - και σηκώθηκε απειλητικά. Του εξήγησα το απλοϊκό σχέδιο που αυθόρμητα μόλις είχε έλθει στο μυαλό μου.

Να τον χρησιμοποιήσουμε για αποπροσανατολισμό της Ασφάλειας!!! Πράγματι, όταν ήλθε η μεγάλη στιγμή να μοιράσουμε τη «Μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ» έδωσε λάθος πληροφορίες με συνέπεια το βράδυ εκείνο του Γενάρη του 73 εμείς να μοιράσουμε μ’ άνεση το φυλλάδιο μας στα κατάμεστα αμφιθέατρα, «στρατολογώντας» και άλλους...

Έφαγε, φυσικά, το ξύλο του γι’ αυτό. Μια μέρα στο κήπο του Μουσείου ερχόταν με το ίδιο μάγκικο στυλ του. «Να, ο πράχτορας μας» είπε η Σοφία. Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι σαν κύριο όνομα και επώνυμο. Όπως έκανε πάντα, έτσι και σήμερα προπαραμονή της επετείου της δικτατορίας, ήλθε απρόσμενα. Ήταν φτιαγμένος. Πήγε να πει ιστορίες. «Άστα αυτά, ρε Πράχτορα, κάτι διαφορετικό να θυμηθούμε». Έτσι άρχισαν να ξεδιπλώνονται μικρές ιστορίες αυταπάρνησης, συντροφικότητας αλλά και νοστιμιάς!

Ιστορία πρώτη. Ο Μανώλης είχε τότε σοβαρά προβλήματα με την υγεία του και έπαιρνε καθημερινά φάρμακα. Όταν τον έπιασαν, οι φίλοι του ανησύχησαν πολύ. Θα πάρω τηλέφωνο τον Καραπαναγιώτη, είπε κάποιος από μας. Πράγματι. «Κύριε Καραπαναγιώτη, είμαι ο τάδε» (χαρά που θα έκανε ο ασφαλίτης νομίζοντας άλλα πράγματα). »Έχετε συλλάβει τον Μανώλη... ο οποίος όμως έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας, παρακαλούμε να τον αφήσετε ελεύθερο, διαφορετικά θα έχετε αποκλειστικά την ευθύνη...». «Τι είναι αυτά που λες ρε κωλόπαιδο;» κραύγασε ο ασφαλίτης. «Κοιτάξτε, μπορώ να έλθω εγώ στη θέση του, το ίδιο είναι...». «Αϊ στο διάβολο καθίκι, θα σε πιάσω, θα σε λιανίσω θα...» κατεβάζοντας όλα τα άγια και ιερά των Ελλήνων χριστιανών.

Ιστορία δεύτερη. Ο Αποστολής στην Ασφάλεια άκουγε στωικά 3-4 ασφαλίτες που προσπαθούσαν να του κλονίσουν την εμπιστοσύνη για τους συντρόφους του. «Ρε, ξέρεις ο δείνα έχει λεφτά, ενώ εσύ είσαι μπατίρης, θα μείνεις στην ψάθα». «Ο τάδε έχει συγγενή πολιτικό, θα τη βολέψει, ενώ εσύ θα σταμπαριστείς και κλάφτα...». Του Αποστόλη το αυτί δεν ίδρωνε, απλά περίμενε να αρχίσουν τη γνω¬στή περιποίηση. Ένας ασφαλίτης από την ίδια περιοχή μ’ αυτόν, γνωρίζοντας την ευαισθησία των ντόπιων για τον ανδρισμό, φύλαγε το τελευταίο φαρμακερό βέλος. «Ρε συ, ξέρεις πως ο έτσι είναι πούστης»; Ο Αποστόλης δεν άντεξε άλλο, παραπήγαινε το πράγμα. «Τι λέτε ρε καριόλες» κραυγάζει και τους ορμά- ει αναποδογυρίζοντας καρέκλες και μετακινώντας γραφεία... Όλη η Ασφάλεια μαζεύτηκε για να τον ακινητοποιήσει...

Ιστορία τρίτη. ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μεταφέρουν τον κρατούμενο κτυπημένο και σαστισμένο για ανάκριση. Ο ταγματάρχης απέναντι του δήθεν ανέμελα και με αργές κινήσεις βγάζει από τη θήκη το πιστόλι. Δεν φαίνεται να βιάζεται... Περίεργη ησυχία. Ο κρατούμενος παρατηρεί με την άκρη των ματιών του το γραφείο. Βλέπει διάφορα ντοσιέ και γουρλώνει τα μάτια «αρνάκι Αργεντινής» το ένα, «αρνάκι κατεψυγμένο Ιρλανδίας» το άλλο, αρνί-αρνί-αρνί... Άρχισε να παθαίνει παραισθήσεις. «Τους μπαγάσηδες έφαγαν τα παιδιά (του Πολυτεχνείου) και έβαλαν παραπειστικούς φακέλους με αρνάκια, σκέφτηκε... Στην ΕΣΑ Ν. Φιλαδέλφειας που τον μετέφεραν το μυαλό του ήταν συνεχώς στα αρνάκια.

Μια μέρα έφεραν καινούργιο κρατούμενο. Κάποια, σπάνια στιγμή που απουσιάζουν οι δεσμοφύλακες του φωνάζει. «Φίλε, κουράγιο, είμαστε και εμείς εδώ όλα θα περάσουν». Καμιά απάντηση από το απέναντι κελί. Ξανά η ίδια έκφραση συμπαράστασης· Τότε ο νέος αρχίζει να κτυπά την πόρτα και να φωνάζει δυνατά. «Φρουρέ, φρουρέ»! Τον κρατούμενο που έβλεπε τα αρνιά τον έβγαλαν από το κελί του έξι εσατζήδες και τον περιποιήθηκαν. Τελικά έμαθε. Ο κρατούμενος που τον κάρφωσε, ήταν από την υπόθεση κρεάτων του Μπαλόπουλου. Τα αρνιά ήσαν πραγματικά αρνιά. Η χούντα τότε δεν είχε κανένα λόγο να καλύπτει έτσι τα θύματά της. Ήταν ακόμα ισχυρή...

Τέταρτη ιστορία. ΕΣΑ Ν. Φιλαδέλφειας. Βράδυ Κυριακής ακούγονται φωνές, κραυγές πόνου και κλάματα. «Ωχ και άλλους έφεραν» σκέφτηκαν οι παλιοί. Ξημερώματα πάλι η ίδια σκηνή, έφεραν κάποιον άλλον. Μετά από μερικές μέρες έμαθαν τι είχε συμβεί. Οι δύο πρώτοι υπηρετούσαν στην Ανακτορική Φρουρά και έκλεψαν κριθάρι από τους στάβλους. Το ίδιο βράδυ κάποιος φαντάρος στην πλατεία στα Σούρμενα είδε ένα κάρο και για να κάνει φιγούρα στην παρέα του έκανε ένα γύρο της πλατείας. Τον συνέλαβε η ΕΣΑ.

Τελικά ομολόγησαν ό,τι ήθελαν τα τσακάλια της ΕΣΆ Οι δύο έκλεψαν το κριθάρι για να ταΐζουν το άλογο που έκλεψε ο τρίτος...

Οι δύο φαντάροι της Ανακτορικής Φρουράς ταλαιπωρούντο αφάνταστα. Λόγω της γνωστής «κόντρας» του Σώματος τους με την ΕΣΑ, οι ΕΣΑτζήδες τους ξεφτίλιζαν συνεχώς. Αυτοί, λόγω τη κοινής μοίρας τους με τους πολιτικούς κρατούμενους, έπαιζαν ρόλο πληροφοριοδότη αλλά και σιτιστή σ’ αυτούς! Μια μέρα, παραμονή της Εθνικής Επετείου ακούστηκαν ερπύστριες από τανκς. «Ξανά πραξικόπημα θα έγινε» σκέφτηκαν. Μέσα από τις γρίλιες κοιτούσαν τις κινήσεις ενός τανκς με ανάμικτα συναισθήματα. «Ρε μπας και ο νέος δικτάτορας για να φανεί καλός μάς αφήσει ελεύθερους»; Οδηγίες για τις μανούβρες του τανκς έδιναν οι δύο φαντάροι. Θέλεις από λάθος, θέλεις από ασυνεννοησία, θέλεις για να πάρουν εκδίκηση έδωσαν λάθος εντολές και το τανκς εισχώρησε στα μαγειρεία γκρεμίζοντας τους τοίχους... Τους δύο φαντάρους άρχισαν να τους κυνηγά όλη η ΕΣΑ με επικεφαλής τον οδηγό του τανκς. Έφαγαν το ξύλο της αρκούδας. Από τότε χάθηκαν, πιθανόν να ομολόγησαν υπονομευτική πράξη εναντίον της Εθνικής Κυβέρνησης...

Ο Πράχτορας είχε καπνίσει το μισό πακέτο συζητώντας τις ιστορίες που τέλος δεν έχουν. Έβαλε το ΣΑΝΤΕ στη τσέπη, ευχήθηκε χρόνια πολλά και έφυγε γέρνοντας το δεξί του ώμο.

*Αφιερωμένο στον αγαπημένο μου καρδιακό φίλο & σύντροφο Κώστα Σμυρνή «Πράκτορας» και όσους/όσες περπατήσαμε με αγάπη μαζί σε δύσκολες εποχές!

Φωτογραφία από τα βαφτίσια Βασιλίνας: οι τρεις νονοί Φούρας, Μπαλαούρας, Σοκορέλης & οι γονείς Χρύσα-Πράκτορας - Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή»

1983-11-13

Μαρία Ρεζάν «Μια Ώρα Έτσι Χωρίς Πρόγραμμα», για την 10η επέτειο του Πολυτεχνείου

Α' Πρόγραμμα ΕΡΤ 13/11/1983 (+Βίντεο)


Η Μαρία Ρεζάν ήταν μία από τις «μεγάλες κυρίες της δημοσιογραφίας»…

Στην ίδια έδωσαν συνεντεύξεις σπουδαία ονόματα της ελληνικής πολιτικής και καλλιτεχνικής σκηνής, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Μιλτιάδης Έβερτ, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μανόλης Ανδρόνικος….

  • Μιλά για τη Δικτατορία, παρουσιάζει ομιλούντα τον Παπαδόπουλο, γελοιοποιώντας τον.
  • Μιλά ο Άλμπερτ Κουράντ, Ολλανδός δημοσιογράφος: Ο άνθρωπος που κινηματογράφησε την εισβολή του τανκ στο Πολυτεχνείο
  • Ηχητικό Ντοκουμέντο
  • η Απολογία Μάκη Μπαλαούρα στη «Δίκη των 11» από βίντεο του Κουράντ, από 0.15.50 έως 0.20.29
  • Μιλά ο πατέρας του δολοφονημένου στο Πολυτεχνείο Διομήδη Κομνηνού
  • Κατάληψη Νομικής
  • Ο Γιάννης Κομνηνός αναφέρεται στη δολοφονία του παιδιού του

Δημοφιλείς Αναρτήσεις