2002-02-18

Βρωμούσες βρωμιάρηδων « «Συναντήσεις» της Αυγής »

Του Μάκη Μπαλαούρα

Για τη γιορτή του, καθυστερημένα τηλεφώνησα σε ένα παλιό συμμαθητή μου από το χωριό. Εύθυμος τύπος και γνωστός πλακατζής, άρχισε να μου αραδιάζει ιστοριούλες των εφηβικών μας χρονών, που τώρα βρίσκονται στο πάτο του μυαλού μας και χρειάζονται βίντσι για να ανέβουν. Άλλες πιο εύκολα, άλλες πιο δύσκολα, άλλες καθόλου. Μου ΄λεγε, λοιπόν σκασμένος στα γέλια, για την πλάκα που είχαμε κάνει κάποια μέρα των γιορτών των Χριστουγέννων που μαζευόταν πολύς κόσμος στο ποιο καθωσπρέπει (;) ζαχαροπλαστείο της κωμόπολης μας.

Παραγγείλαμε τα γλυκά μας, κάποιοι πιο μεγάλοι Μπυράλ και φωνασκούσαμε χαρούμενα. Έτσι νομίζαμε γιατί κατέφτασε συνοφρυωμένος ο Αντρέας, ο μαγαζάτορας, ερχόμενος από ένα μακρινό χωριό φέρνοντας γερή προίκα από τα χωράφια του που απαλλοτρίωσαν για το αεροδρόμιο και φτιάξε μ΄ αυτή το νέο ζαχαροπλαστείο. Μας είπε με απαξιωτικό ύφος να στρίβουμε, αφού πρώτα πληρώσουμε, αποχωρώντας με στυλ καρδινάλιου για το «ταμείο» του.

Ο παλιός συμμαθητής έριξε την ιδέα να ρίξουμε κρυφά βρομούσα στο μαγαζί για να τον τιμωρήσουμε. Αργότερα καταλάβαμε πως αυτός θα την έριχνε έτσι κι αλλιώς. Απλώς ήθελε ιδεολογική κάλυψη και πολιτική στήριξη. Στο μαγαζί έγινε «το έλα να δεις». Οι οικογενειάρχες άρχισαν να εγκαταλείπουν πανικόβλητοι το μαγαζί, μερικοί μάλιστα βρίζοντας σκαιότατα τον μαγαζάτορα. Φυσικά δεν καταδέχτηκαν να πληρώσουν. Σ΄ εμάς δεν επιτράπηκε να ξαναπατήσουμε στο μαγαζί μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, που σερβίριζε στο ανοιχτό χώρο της πλατείας.

Το αμερικάνικο υπουργείο Άμυνας κατασκευάζει βρωμογόνα

Την άλλη μέρα της επικοινωνίας-μνήμης με τον συμμαθητή μου διάβασα στις εφημερίδες πως το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ ανέθεσε στο «Monell, Κέντρο Χημικών Αισθήσεων» (!) της Φιλαδέλφειας την κατασκευή βρωμογόνων. Όπως λέμε δακρυγόνα για τα βομβίδια που εξαπολύουν οι ΜΑΤατζήδες και δημιουργούν δάκρυα, έτσι θα λέμε βρωμογόνα αυτά που βρωμίζουν την ατμόσφαιρα.

Οι στρατιωτικοί Αμερικανοί εγκέφαλοι (και όχι οι συνάδελφοι τους αστυνομικοί- κι’ αυτό έχει τη σημασία του) σκέφτηκαν πως τα δακρυγόνα αντιμετωπίζονται με φωτιές. Και επιπλέον τις φωτιές της ανάβουν όλοι πολίτες και όχι μόνο οι αναρχικοί και οι μπαχαλάκηδες, οι οποίες με τη σειρά τους δημιουργούν εικόνες έκρυθμης κατάστασης που δεν ταιριάζουν με τις ζωγραφιές φιλήσυχης κοινωνίας που κατασκευάζουν. Και για τα νεότερα χημικά, αυτά που παραλύουν το νευρικό σύστημα, βρέθηκε το αντίδοτο είναι το Maalox, ένα φάρμακο για το στομάχι, που οι Ιταλοί στη Γένοβα το απέδωσαν την εφευρετικότητα των Ελλήνων διαδηλωτών, τους σύγχρονες Δρυίδηδες που με το μαγικό αυτό νερό εξουδετέρωσαν τα φαρμακερά υγρά των Ρωμαίων πραιτοριανών.

Έτσι θα φτιάξουν πλήθος από βρωμογόνα. Ανάλογα με τον πολιτισμό και την ευαισθησία του κάθε λαού. Βρωμογόνο που θα βρωμά σκουπίδια, βρωμογόνο που θα βρωμά ψοφίμι ή σκατά.

Βέβαια θα βρεθεί και το αντίστοιχο αντίδοτο. Αλλά μέχρι τότε οι Αμερικανοί χωροφύλακες ευελπιστούν ότι θα έχουν κάνει τη δουλειά τους, να διαλύουν δηλαδή τις διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις. Βέβαια αυτά τα μέσα είναι οι ήπιες μορφές αντίδρασης.

Όταν χρειάζεται εξαπολύουν τα άλογα, τις πλαστικές σφαίρες ή στο τέλος-τέλος τις πραγματικές. Έτσι όπως έγινε με τον Κάρλος Τζουλιάνι στη Γένοβα.

Όμως αν ο διάβολος τρέψει τον αέρα εκεί που συνεδριάζουν G8, οι αντιπρόσωποι στο ΠΟΕ ή στο συμβούλιο κορυφής της ΕΕ και αρχίζει η βρώμα π.χ. σκατού, τι θα κάνουν οι ηγέτες του κόσμου. Μπρου!

Θα διαλυθούν σε κατάσταση πανικού, αναποδογυρίζοντας τραπέζια και καρέκλες, όπως τότε στο χωριό με την αθώα βρωμούσα από τα αθώα εφηβικά χέρια. Οσμή σκατού όμως;
Tres banale!

« «Συναντήσεις» της Αυγής »

2001-07-29

Μ. Μπαλαούρας: Εποχή πριν τη Γένοβα και μετά από αυτή

Και εγένετο κίνημα. Η μήτρα της ιστορίας αυτή τη φορά γονιμοποιημένη από τους Ζαπατίστας γεννοβολά συνεχώς. Το Σιάτλ μετρά σαν έναρξη.
Ακολουθεί η Νίκαια γιατί εκεί μπήκαν στο παιχνίδι τα συνδικάτα. Το Πόρτο Αλέγκρε επόμενος μεγάλος σταθμός, σαν καταλύτης για την οργανική (επανα) σύνταξη κινήματος και διανοούμενων. Τότε γιατί τόσος ντόρος για την Γένοβα;
Τι το νέο έφερε το κίνημα;


Η Γένοβα σταθεροποίησε και καταξίωσε το κίνημα. Με λίγα λόγια το «νομιμοποίησε», όχι με την θεσμική έννοια, όσο με την ιδεολογική και πολιτική διάσταση του όρου.
Το κίνημα έγινε αποδεκτό σαν κοινωνική έκφραση και σε ένα βαθμό σαν η πολιτική εκπροσώπηση των εργαζομένων και των νέων απέναντι στο διεθνικό κεφάλαιο και στις πολιτικές του εκπροσωπήσεις, τις εθνικές κυβερνήσεις και τα διεθνή τους όργανα (G8, Διεθνές Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα, Οργανισμός Διεθνούς Εμπορίου, ακόμα* -αν και είναι διαφορετικής τάξεως- και προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης).

Η Γένοβα της νίκης:

Απ΄ όποια πλευρά και να το δει ο καθένας, η Γένοβα υπήρξε μια μεγάλη νίκη του κινήματος.

Πρώτο, το τεράστιο πλήθος. Πλήθος πολύχρωμο, πολύβουο, πολύγλωσσο, πολυμήχανο και πολυδύναμο. Ρυάκια, χείμαρροι, ποταμάκια και παραπόταμοι που χύθηκαν στην Corso Italia και την Corso Torino. Φτιάχνοντας το μεγαλύτερο ποτάμι ανυπάκουων ανθρώπων που άλλαζε χρώμα ανάλογα με το πέτρωμα, την πανίδα και την χλωρίδα του, παρασέρνοντας τα όποια εμπόδια στήθηκαν για να εμποδίσουν την ροή του. Ένα ποτάμι που δέχτηκε και ανακάτωσε όλα τα ζωντανά ύδατα, ένα ποτάμι που περιέχει τα ρυάκια και τους παραπόταμος του, αλλά δεν ταυτίζεται με κανένα.

«Περιφερόμενοι χούλιγκαν», σύμφωνα με τον Μπλερ! Άραγε, πόσο χούλιγκαν είναι οι κομμουνιστές, οι οικολόγοι, οι φεμινίστριες, οι αντιρατσιστές, αυτοί που ζητούν την απάλειψη του χρέους του τρίτου κόσμου, που ήρθαν από όλη την Ευρώπη και την Ιταλία. Πόσο χούλιγκαν και μάλιστα περιφερόμενοί είναι οι ιταλοί εργάτες που αποτέλεσαν και τη συντριπτική πλειοψηφία των διαδηλωτών.

Δεύτερο, η άριστη οργάνωση, κυρίως όμως η αποφασιστικότητα των διαδηλωτών, αλλά και του κοινωνικού Φόρουμ της Γένοβας (GSF), πού με ομάδα κρούσης, τους Tute Bianch (τις λευκές φόρμες, κάτι σαν Λοκ των Ya Basta, χωρίς κανένα επιθετικό όπλο (ούτε καν πέτρα) προσπάθησαν να σπάσουν -και τα κατάφεραν, έστω και για λίγο- τη κόκκινη ζώνη δίνοντας ένα συμβολικό μήνυμα αντίστασης και ανατροπής. Το μήνυμα αυτό πέρασε, έστω κι αν οι κάμερες εστίασαν την προσοχή τους σε πιο εμπορικά συμβάντα, με τις κροτίδες και τις φωταψίες. Εμφάνιση βέβαια που βολεύει τα καθεστώτα και τα φερέφωνα τους, προκειμένου να αποπροσανατολίσουν και να φοβίσουν τον τεράστιο όγκο των αδικημένων–προβληματιζόμενων ανθρώπων που δεν ανήκουν σε καμιά (αυτοαναγορευόμενη) πρωτοπορία. Εδώ πρέπει, παρενθετικά να σημειωθεί πως πρέπει επιτέλους να διαχωριστούν οι όποιοι κοινοί δρόμοι υπήρξαν μεταξύ αυτών που πιστεύουν στο μαζικό κίνημα και στην πρακτική του «μπάχαλου» ορισμένων ομάδων. Μαζί με την αντιμετώπιση με ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους πρέπει να αποσαφηνιστούν και τα ζητήματα τακτικής.

Αναρχίζοντες και «μπαχαλάκηδες» δε μπορεί να εκμεταλλεύονται –μπερδευόμενοι- τις κινητοποιήσεις (ανεκτικών προς αυτούς) ομάδων προκειμένου να παίζουν το δικό τους παιχνίδι. Αν θεωρούν σωστό να κάψουν την Αθήνα ή τη Γένοβα εν είδη Ράμπο θα το οργανώσουν με τις δικές τους δυνάμεις και με την αποκλειστική ευθύνη τους, σεβόμενοι το πλαίσιο και την τακτική των άλλων συνιστωσών του κινήματος.
Σ.Σ. Προχτές προσπάθησαν να διαλύσουν την συζήτηση του Στρέφη. Στο ΚΚΕ ή ακόμα και στο ΝΑΡ δε τόλμησαν να εμφανιστούν.

Τρίτον, η συμπεριφορά του ιταλικού κράτους και των κατασταλτικών μηχανισμών που μπροστά στους μεγάλους κινδύνους δεν διστάζει να αναστείλει την ισχύ δημοκρατικών διατάξεων, κατακτημένων σε μεγάλο βάθος χρόνου. Ούτε τα προσχήματα δεν τηρήθηκαν ούτε εξηγήσεις δόθηκαν έστω και για να διασκεδάσουν απλώς την ανησυχούσα κοινή γνώμη για την κατάσταση πολέμου που κήρυξαν. Δε δίστασαν μάλιστα να μιμηθούν το γκανγκστερικό στυλ λατινοαμερικάνικων δικτατοριών της δεκαετίας του ’70, εισβάλλοντας με σκοπό να λεηλατήσουν τα γραφεία του JFS προκειμένου αφενός να προβούν σε μία επίδειξη αδιάλλακτης δύναμης και αφετέρου να καταστρέψουν αποδεικτικό υλικό των σκοτεινών διασυνδέσεων τους με προβοκάτορες και το υλικό της άκρατης και της απροσχημάτιστης βίας που εξαπολύσαν.
Το ιταλικό κράτος έχασε σε όλα τα επίπεδα κυρίως έχασε ιδεολογικά. Η Γένοβα αρνήθηκε να θέσει εκτός νόμου την αμφισβήτηση. Τελικά το αντίθετο επιτεύχθηκε. Αντιμετωπίζουν ποια κρίση ηγεμονίας.

Μετά την Γένοβα:

Από δω και πέρα είναι σίγουρο πως οι πάντες από τα κινήματα έως τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, όλοι θα μιλούν για την εποχή πριν την Γένοβα και για την εποχή μετά από αυτήν. Η μεσαιωνική αυτή πόλη σηματοδοτεί το τέλος μίας εποχής για την αρχή μιας άλλης. Τη γέννηση ενός νέου είδους κινήματος, με ορατούς όμως τους δεσμούς με όλο την ιστορία του εργατικού και κοινωνικού κινήματος.

Η μαζική παρουσία κοινωνικών κινημάτων από όλη την Ευρώπη θυμίζει, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών, τον διεθνισμό των μπριγάδων του ‘36 προς την Ισπανία. Δεν έχει ξαναγίνει από τότε τέτοια αγωνιστική διεθνιστική παρουσία. Λόγω της έντονης παρουσίας των κοινωνικών κινημάτων και της νεολαίας, μας θυμίζει ακόμα το Μάη του ’68.
Από κάποια άλλη σκοπιά, αυτή της έντονης παρουσίας της νεολαίας και του εξεγερσιακού της χαρακτήρα μας θυμίζει τις μέρες του ελληνικού 73 και του Πολυτεχνείου.

Το ελληνικό μπλοκ:

Η ελληνική συμμετοχή ήταν η μεγαλύτερη από όλες τις άλλες εθνικές συμμετοχές. Πάνω από 3.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στην Γένοβα. Ένας τέτοιος μεγάλος αριθμός δεν προκύπτει από οργανωτικούς χειρισμούς ούτε από διάθεση «επαναστατικού τουρισμού». Όπως σημείωσαν με κακεντρέχεια ηγέτες της ελληνικής Αριστεράς, αλλά από ωρίμανση της αποφασιστικότητας λόγω των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η νεολαία και οι εργαζόμενοι, καθώς και από την πολιτική νίκη στο ασφαλιστικό σύστημα. Πολιτικά, παρά την αδυναμία ενιαίας εμφάνισης (μη εχθρικών) κινήσεων για την Γένοβα, η πλήρης μεταστροφή (ελπίζουμε όχι καιροσκοπική) του ΚΚΕ, αναβάθμισε την ελληνική παρουσία και παρέμβαση στο GSF.

Τι να κάνουμε:

Γίνεται σαφές πως πρέπει να βρεθούν τρόποι και διαδικασίες για την συνέχιση και την αναβάθμιση της αλληλοσυσχέτισης των εθνικών και των διεθνικών πρωτοβουλιών και κινήσεων.

Ένα Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ πρέπει να γίνει ο στόχος μας πράγμα αρκετά δύσκολο, όχι όμως και απίθανο μετά την εμπειρία και το παράδειγμα του GSF. Προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και ανεξάρτητα από αυτή εν όψει και της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ το 2003 στην Θεσσαλονίκη, θα πρέπει να δημιουργηθεί το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ.

Η Θεσσαλονίκη απαιτεί πέραν των κοινωνικών και τη πολιτική σύγκληση των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς. Απαιτεί την οργάνωση της ανυπακοής, αξιοποιώντας την αξιοθαύμαστη δουλειά του γενοβέζικου κοινωνικού Φόρουμ.

Η Γένοβα πρέπει να κεφαλαιοποιηθεί από τις δυνάμεις που συνέβαλαν στην επιτυχία της και όχι απ’ αυτούς που θα θελήσουν να την οικειοποιηθούν και να την αφυδατώσουν. Και δεν εννοώ το ΚΚΕ, που εκδήλωσε αρχικά την εχθρότητα του και αργότερα την χλευαστική αμφισημία του περί «γραφικών δελαπατρίδιδων», αλλά δυνάμεις όπως το ΠΑ.ΣΟ.Κ. που ξανά ετοιμάζονται να ρίξουν δίχτυα, προκειμένου να εκμεταλλευτούν και να ευνουχίσουν, όχι μόνο με την διγλωσσία τους, αλλά κυρίως με την πρακτική τους το ανερχόμενο κίνημα.

Είναι σαφές ότι η ταξική πάλη ανεβαίνει, τα κοινωνικά κινήματα πρωταγωνιστούν στην εξέλιξη της κοινωνίας, ο νεοφιλελευθερισμός έχει χάσει από την γοητεία του και την ιδεολογική του υπέροχή. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να κρύψει πως από τη φύση του δημιουργεί τις τεράστιες ανισότητες και την παγκόσμια αδικία, την καταστροφή της φύσης. Τα προβλήματα υπάρχουν, προτάσεις αρχίζουν να καταθέτονται, το κίνημα οργανώνεται.

*Η Γένοβα αναζωογόνησε την ελπίδα και το όραμα. Ας ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της ιστορίας η μάχη ήδη άρχισε…

«Η ΕΠΟΧΗ»

2000-10-29

Ιστορία δίχως τέλος… Για το ΚΚΕ που τρώει τα παιδιά του...

Του Μάκη Μπαλαούρα

Η γιαγιά μου η Μόσχα (πραγματικό όνομα της), που της άρεσαν οι (διδακτικές) ιστορίες, όταν αρχίσαμε να μεγαλώνουμε, μας είπε μια, που μου αποτυπώθηκε έντονα στη μνήμη:

{Κάποτε πάνε πολλά, μα πολλά χρόνια από τότε, κάποιοι άνθρωποι οι καλοί, κυνηγημένοι από τα άγρια θηρία, κυνηγημένοι από τα στοιχεία της φύσης και από άλλους ανθρώπους, τους κακούς, άκουγαν ένα γέρο με μακριά γενειάδα να τους λέει «πρέπει εμείς που υποφέρουμε, να μαζευτούμε όλοι μαζί να φτιάξουμε τον τόπο μας και μαζί με άλλους να αλλάξουμε, όλο μα όλο, τον κόσμο γύρω μας.»

Πέρασαν μερικά χρόνια, έγιναν βήματα σημαντικά, όμως δεν ήσαν ευχαριστημένοι. Τότε ήρθε κάποιος άλλος πάλι με γένια. Όχι όμως τόσο μεγάλα, σαν του προηγούμενου και άρχισε κι αυτός να τους λέει ωραία πράγματα και όχι μόνο αυτό: να τους μαζεύει και να τους συνεγείρει. Τότε οι καλοί βγήκαν όλοι μαζί στην στέπες, στα δάση και στα χωριά και έφτιαξαν μια καλή κοινότητα. Προβλήματα βέβαια πολλά. Ήταν όμως ο δικός τους χώρος, μπορούσαν να συνεννοούνται, δεν υπήρχαν αφεντικά και δούλοι.

Πέρασαν έτσι οι καιροί, οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν καλά, οι άλλοι όμως όχι καλύτερα. Αυτοί, λοιπόν, οι άλλοι}, παιδάκι μου, {που ζούσαν σε άλλη χώρα με ήλιο και θάλασσα, είδαν πόσο καλά περνούσαν αυτοί στις μακρινές στέπες και αποφάσισαν να πράξουν το ίδιο.

Προσπαθούσαν και προσπαθούσαν χρονιά και χρόνια, μερικές φορές βέβαια κατάφερναν αρκετά, αλλά ποτέ δεν έφταναν εκεί που ήθελαν, όπως οι άλλοι οι μακρινοί φίλοι τους.
Το τι γινόταν εκείνα τα χρόνια, το τι συνέβη στην χώρα με τις στέπες, είναι μια άλλη ιστορία} -παιδάκι μου- {που θα στην πω μια άλλη φορά.

Πέρασαν τα χρόνια. Ο αρχηγός των «καλών» της ηλιόλουστης χώρας σκέφτηκε πως ότι είχε να προσφέρει το πρόσφερε και αποφάσισε να βάλει κάποιον άλλον, ένα νέο στη θέση του για να τα καταφέρει καλύτερα.
Φώναξε λοιπόν, τους άλλους γέροντες για τους είπε τα σχέδια του, προτείνοντας για αρχηγό την ψυχοκόρη του.

Η ψυχοκόρη του γέροντα αρχηγού αφού στερεώθηκε στη θέση της για τα καλά, αποφάσισε να χτίσει ένα μεγάλο-μεγάλο κάστρο. Σε αυτό το κάστρο θα έμεναν οι καλοί, οι δικοί της και από κει θα εξορμούσαν και σιγά-σιγά θα έπειθαν τους άλλους που δέχονταν αγόγγυστα, χωρίς πολύ να αντιμιλούν, την μίζερη ζωή τους και έτσι θα τους έφερναν όλους αυτούς στο κάστρο. Φώναξε λοιπόν τους γύρω στις ανθρώπους, με θέληση και πείρα και τους είπε το σχέδιο της. Άλλοι συμφώνησαν, άλλοι μίλησαν για άλλα σχέδια. Όμως όλοι πειθάρχησαν στην θέλησή της αρχηγού.

Άρχισαν, λοιπόν, να φτιάχνουν το κάστρο. Να ορθώνουν τείχη.
Το σχέδιο όμως δεν πρόβλεπε μεγάλες πόρτες, μόνο κάποιες μικρές-στενές εισόδους από τις οποίες θα έμπαιναν οι φίλοι της αρχηγού.

Ο πρωτομάστορας όμως είπε πως χωρίς μεγάλες πόρτες το κάστρο θα μαραζώσει. Θα μείνουν ολοένα και ολοένα λίγοι και πιο λίγοι. Η αρχηγός δεν άκουγε τίποτα. Από τις μικρές πόρτες έβαλε μόνο μερικούς φίλους της. Κάποια στιγμή μπήκε όμως και μια ομάδα ανθρώπων που κι αυτοί πάλευαν έξω από τα τείχη για να αλλάξουν τα πράγματα.
Ο πρωτομάστορας χάρηκε αφάνταστα, μαζί τους θα φτιάξουμε τις μεγάλες πόρτες, σκέφτηκε. Όμως, δυστυχώς και αυτοί παραδόθηκαν στα θέλγητρα της αρχηγού. Μόνο μικρές πόρτες είπαν και αυτοί.

Τότε ο πρωτομάστορας φώναξε τους άλλους μάστορες και χτίστες και τους είπε τις σκέψεις του. Η αρχηγός όμως πληροφορήθηκε αυτό και αμέσως συγκάλεσε το συμβούλιο.
-«Το τείχος δε σηκώθηκε ακόμα γιατί ο πρωτομάστορας, οι μαστόροι και οι χτίστες δεν υπηρετούν, σύμφωνα με τα σχέδια και τις εντολές μας» τους είπε.
-«Πρέπει να τους αλλάξουμε-να τους αλλάξουμε», φώναξε ασυλλόγιστα το συμβούλιο.
-«Δε φτάνει αυτό, κατάρα βαριά μας δέρνει» τους μάλωσε η αρχηγός. «Χρειαζόμαστε εξαγνισμό των κακών πνευμάτων, να θυσιάσουμε τον πρωτομάστορα», δήλωσε προστακτικά.

{Δε γνωρίζουμε} -παιδάκι μου- {αν το συμβούλιο συμφώνησε με ζεστή ή κρύα καρδιά, πάντως συμφώνησε και ο πρωτομάστορας θυσιάστηκε!
Το τι έγινε με τους άλλους μάστορες και τους χτίστες είναι μια άλλη ιστορία που θα σου πω μια άλλη φορά…}.
Τέτοιες ιστορίες μας έλεγε και ξανάλεγε, η γιαγιά μου η Μόσχα.

Ιστορίες του Κρόνου που τρώει τα παιδιά του, του Σίσυφου που κουβαλάει την πέτρα για τα τείχη της Αλέκας.

Της Αλέκας που θυσίασε τον πρωτομάστορα Μήτσο που στη θέση του έβαλε τη Λιάνα, και για όσους/όσες συντρόφους/σες μας, που στέκονται απλοί θεατές -και όχι μόνο- στηρίζουν τις επαναλαμβανόμενες σκηνές των ανθρωποθυσιών.
Σ.Σ. Η Αλέκα είναι η Παπαρήγα και ο Μήτσος είναι ο Κωστόπουλος, υπήρξε συνδικαλιστής- Γενικός Γραμματέας της ΓΣΕΕ, πρόεδρος Κ.Ο. του ΚΚΕ
Πηγή: Η Εποχή 29/10/2002

2000-02-20

Η εμφανής γοητεία της συσπείρωσης της Αριστεράς

Του Μάκη Μπαλαούρα. 

Δέκα χρόνια από την κατάρρευση του υπαρκτού «σοσιαλισμού», δέκα χρόνια που η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού ήταν πλήρης και αδιαφιλονίκητη. Βέβαια δεν επρόκειτο περί κατάρρευσης, γιατί στις καταρρεύσεις κάτι μένει, έστω και λίγες πέτρες. Μάλλον περί εξαέρωσης πρόκειται, αφού εκεί δεν έμεινε τίποτε, μόνο λίγες σταγόνες υγρασίας. Πολύ περισσότερο δεν επρόκειτο περί ανατροπής, όπως λένε οι νοσταλγοί των καθεστώτων αυτών, αφού ούτε μία διαδήλωση έγινε, ούτε καν μια υποτυπώδης αντίδραση υπήρξε.

Ο νεοφιλελευθερισμός κυρίως μέσω της παγκοσμιοποίησης συμπαρασύρει τα πάντα. Αφανίζει το κοινωνικό κράτος, διαλύει τους εναπομείναντες κοινωνικούς ιστούς, μεταλλάσσει την αγροτική παραγωγή, εγκαταλείπει στο «έλεος» της αγοράς τον εργαζόμενο και τον αδύναμο, καταβαραθρώνει οικονομίες κρατών ανά πάσα στιγμή. Το κέρδος έγινε ο μεγάλος θεός της ύπαρξής μας.

Η κατάρρευση του «υπαρκτού» οδήγησε στην ήττα, στην "κατάρρευση ή ακόμη και στη μετάλλαξη της Αριστεράς. Κομμουνιστικά κόμματα είτε συρρικνώνονται στα έσχατα ιστορικά τους όρια, είτε μετεξελίσσονται σε σοσιαλδημοκρατικά.

Τα τελευταία μαζί με τα παραδοσιακά μεταλλάσσονται σε κεντροαριστερά που υιοθετούν σε τελευταία ανάλυση τον νεοφιλελευθερισμό. Από την άλλη μερικά κομμουνιστικά κόμματα επιλέγουν τη φυγή προς το παρελθόν όπως στους απολεσθέντες παράδεισους.

Έτσι η Αριστερά μεταφέρθηκε σε κρίσιμη κατάσταση στην εντατική μονάδα. Όμως εξωτερικοί κραδασμοί, από τα κοινωνικά κινήματα, άρχισαν να ενεργοποιούν και τους δικούς της παλμούς.

Οι Ζαπατίστας στην επαρχία Τσιάπας, κρατώντας από τη μία το ντουφέκι και από την άλλη το φορητό P/C. Στο Παρίσι χιλιάδες εργάτες και φοιτητές σταματούν τον έξαλλο νεοφιλελευθερισμό. Στο Σιάτλ πανσπερμία ομάδων, κινητοποιούμενες μέσω του Internet, σταμάτησαν τον τελευταίο κόμπο της ασυδοσίας του πολυεθνικού κεφαλαίου. Στη Χέλντενπλατς δεκάδες χιλιάδες χορεύουν βιεννέζικα βαλς σε αντιφασιστικούς ρυθμούς.

Και η ελληνική Αριστερά στην εντατική

Την ίδια κλινική κατάσταση, ίσως με πιο έντονα συμπτώματα, έδειχνε η Αριστερά στην Ελλάδα. Μια αριστερά αδύναμη, χωρίς αντανακλαστικά, νεύρο και παλμό. Μια Αριστερά, κατόπιν πολλών εμφραγμάτων, σε κώμα. Και γύρω γύρω οι συγγενείς της σε κατάσταση Βαβυλωνίας, αμφισημίας και άκρατου ερωτισμού προς τον κυβερνητισμό.

Όμως και στη χώρα μας, αν και είναι λιγότεροι οι εξωτερικοί κραδασμοί των κοινωνικών κινημάτων, άρχισαν αναλαμπές, άρχισαν να υπάρχουν συγχρωτισμοί, κοινοί βηματισμοί. Για τους μετανάστες, το Γιουγκοσλαβικό, τις Ευρωπορείες, το Περιβάλλον και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, για τα ναρκωτικά, τα εθνικιστικά και την Παιδεία. Και δεν είναι τυχαίο πως οι κινήσεις πολιτών στελεχώθηκαν από εμάς όλους που ανήκουμε στην ανανεωτική, ριζοσπαστική και κινηματική Αριστερά.

Δεν είναι στις προθέσεις μου να αποτιμήσω την ιστορική διαδρομή από τη διάσπαση του ΚΚΕ, τη δημιουργία και δράση του ΚΚΕ Εσωτερικού, ούτε τη μετέπειτα διάσπαση που οδήγησε στα σημερινά πολιτικά μορφώματα.

Όποια αποτίμηση όμως και να κάνει κανείς, είναι αναμφισβήτητο πως όσοι από μας προερχόμαστε από τον Ρήγα, αλλά και άλλοι πολλοί, μπολιαστήκαμε και μπολιάσαμε την πολιτική με την αντίληψη πως «ο σοσιαλισμός είτε θα είναι δημοκρατικός, είτε δεν θα υπάρξει», με το σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, με την αναλυτική σκέψη, με τη συνύπαρξη του αυθορμητισμού με το συλλογικό, με την ευαισθησία των κοινωνικών κινημάτων, με τη σύζευξη του κοινωνικού με το πολιτικό, με την «άρση του σχίσματος» ανδρών-γυναικών, την αναγόρευση της πολιτισμικής πλευράς στην υψηλή βαθμίδα της σκέψης και δράσης μας.

Από πολλές πλευρές εκδηλώθηκε μια έντονη διάθεση συσπείρωσης της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μια νέα ήττα της ανανεωτικής αριστερός θα οδηγούσε στην πλήρη ηγεμονία του δογματισμού στη χώρα μας για πολλά χρόνια. Ο Συνασπισμός, η ΑΚΟΑ, ομάδες οικολόγων και κινημάτων, επικουρούμενοι θερμά από τα στελέχη της εφημερίδας «ΕΠΟΧΗ» που βιώνουν έντονα τις διεργασίες της ευρωπαϊκής Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων, έκαναν επιτέλους τα πρώτα βήματα. Πέραν της όποιας συναισθηματικής φόρτισης, όπως αυτή εμφανώς εκδηλώθηκε στις κοινές συνεντεύξεις Τύπου, η συσπείρωση των δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς, της Οικολογίας και των κοινωνικών κινημάτων δίνει ελπίδες πως η Ανανεωτική Αριστερά μπορεί να γίνει πιο νευρώδης, αποτελεσματική, ριζοσπαστική και κινηματική, οικολογική και ανατρεπτική

Είναι ένα στοίχημα που οφείλουμε να κερδίσουμε. Το οφείλουμε όχι μόνο στη δική μας και στις παλιότερες γενιές, αλλά κυρίως στη νεολαία -στη γενιά του Internet- που ασφυκτιά βλέποντας το γκρίζο παρελθόν και το σκοτεινό παρόν της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Η νεολαία κλείνει τα αυτιά στους Χάιντερ και Λεπέν και φλερτάρει ανοιχτά την Αριστερά, κλείνοντάς της πονηρά το μάτι. Θα ανταποκριθούμε στο φλερτ της;

Αυγή της Κυριακής 20 Φεβρουαρίου 2000


«Η ΕΠΟΧΗ» Επιφυλλίδες Μπαλαούρα «Βαθύ κόκκινο, κόκκινο ροζ»

«Η ΕΠΟΧΗ» Επιφυλλίδες Μπαλαούρα «Βαθύ κόκκινο, κόκκινο ροζ» 20.2. 2000

1997-09-28

Ο μποέμ αντάρτης (Γιάννης Πονήρης)

Καλοκαίρι 1974. Μόλις είχε πέσει η δικτατορία και είχαν επιστρέψει όλοι καταδιωκόμενοι αριστεροί στην γενέτειρα τους. Γνωρίζαμε πως τρεις-τέσσερις δεν ήθελαν για διάφορους λόγους να γυρίσουν. Ένας όμως, ο πιο ψηλά ιστάμενος Λεχαινίτης στην ιεραρχία του ΕΑΜ, ο καπετάνιος στην περίφημη μάχη στο Πούσι, ο εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ στην συμμαχική αποστολή μετά την κατάληψη της Πάτρας, ο Γιάννης Πονήρης είχε εξαφανιστεί. Διάφορες φήμες τον έφερναν στην Ιταλία, άλλες στην Λατινική Αμερική κι άλλες πεθαμένο.


Κυριακή πρωί μαζί με το καφεδάκι στην πλατεία με τις κουκουναριές διαβάζω ανοιχτά την Αυγή. Παρά την πτώση της δικτατορίας θεωρείτο τότε προκλητική πράξη η δημόσια ανάγνωση της Αυγής και του Ριζοσπάστη.

«Τι λέει το όργανο γερό μου;» Σήκωσα το κεφάλι μου• κατάλαβα πως χρησιμοποιώντας την λέξη «όργανο» που Έβαζε η Αυγή στο λογότυπο της έδινε ένα σήμα αναγνώρισης. Είδα ένα καλοστεκούμενο τύπο, με επιμελημένο ντύσιμο, με ανοιχτό πρόσωπο και γελαστά μάτια. Πήρε μόνος του την καρέκλα και κάθισε.

«Ο Μάκης είσαι έ; Εγώ είμαι ο Γιάννης ο Πονήρης. Να με λες γέρο». Νάτος λοιπόν μπροστά μου ο αντάρτης-μύθος, ο καπετάν Ξάνθος. Διαφορετικός από όσα είχε σχηματίσει η φαντασία μου. Τον περίμενα τεράστιο, με άγρια μουστάκια, με χαρακωμένο από τις κακουχίες και βλοσυρό πρόσωπο, με βροντώδη φωνή. Παρά τις ιδεολογικές μας διαφορές, που πάντα όμως συζητιόταν-εξαιτίας του φυσικά- σε ήρεμο κλίμα και με διαλεκτικό τρόπο, γίναμε φίλοι. Απέφευγε επιμελώς να μιλάει για τον εαυτό. του μόνο όταν σχολίασε ορισμένα γεγονότα καταλάβαινες πως είχε πρωταγωνιστήσει ο ίδιος σε αυτά.

Καπετάνιος του ΕΛΑΣ έχοντας σαν πολιτικό επίτροπο τον αχώριστο μέχρι το θάνατο του φίλου του Γιάννη Γαλανόπουλο (Ανέστη), πρωταγωνίστησε στο αντάρτικο του Μοριά. Τον έπιασαν πριν ανέβει για δεύτερη φορά στο βουνό και αφού τον βασάνισαν για μήνες τον έκλεισαν φυλακή κάμποσα χρόνια. Μετά αφού δούλεψε σαν λογιστής άνοιξε ένα μικρό εκδοτικό οίκο. Είχε αποχωρήσει από το ΚΚΕ διαφωνώντας με την ηγεσία του, θεωρώντας τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό σαν γενεσιουργό αιτία της κακοδαιμονίας του. Πήγε στην Ιταλία «με το δικό μου μηχανισμό», όπως έλεγε. Πρόσφατα μάθαμε πως έφυγε με πλαστό διαβατήριο που έφτιαξε ένας άλλος Λεχαινίτης- πατέρας ενός γνωστού ηθοποιού-που είχε κάποια οικογενειακή παράδοση παραχάραξης και κιβδηλοποιίας.

Μαζί με τον Γιάννη Γαλανόπουλο «καπετάν Ανέστη», τον Αντρέα Κωστανταραρόπουλο (Μπαταριά) και το Νίκο Μάμαλη, πρόεδρο της ομοσπονδίας Ελλήνων φοιτητών στην Ιταλία, έφτιαξαν μία αντιστασιακή ομάδα την «Ανεξάρτητη Αριστερά», βγάζοντας και την εφημερίδα «Επίθεση». Βρίσκονταν στα αριστερά των κομμουνιστικών κομμάτων και είχαν προσανατολισμό τις δυναμικές ενέργειες, όπως αυτή που έκανε η ομάδα τους ανατινάζοντας τους πυλώνες της Δ.Ε.Η. στον Ασπρόπυργο.

Αν τέλειωνε εδώ η παρουσίαση του «γέρου» η εικόνα που θα σχηματιζόταν θα ήταν ένας ενός κλασικού αγωνιστή της αριστεράς. Όμως ο Γιάννης ήταν διαφορετικός. Ήταν ένας μποέμ της Αριστεράς. Με λογοτεχνικό υπόβαθρο, άνετος χρήστης ξένων γλωσσών, ντυμένος κομψά, όχι όμως ακριβά, μπορούσε με άνεση κοσμοπολίτη να γίνει το ίδιο αποδεκτός στις γιάφκες και στα σαλόνια.

Μια φορά μια έντονα κομψοντυμένη Ιταλίδα κοντέσα, στενή σύνοδος του την εποχή εκείνη αναστάτωσε το γνωστό «καφέ γκρεκ» της Ρώμης κραυγάζοντας «πόρκο κομμουνίστα» κι αυτός θέλοντας να κερδίσει τις τελευταίες εντυπώσεις είσαι απάντησε μειλίχια «πουτάνα μοναρχίστα»!

Το 1973 βρέθηκε στην Αντίκουα μαζί με το σύντροφό του Νίκο Μάμαλη. Εκεί, βλέποντας τον να προπαγανδίζει στους ιθαγενείς τις απελευθερωτικές του ιδέες τον ερωτεύτηκε η κόρη του φύλαρχου. Ο Γιάννης ερωτευμένος κι αυτός, γνωρίζοντας πως απέτυχαν οι διάφοροι δοκιμασμένοι δρόμοι, σκέφτηκε να εφαρμόσει τον «Λεχαινίτικο δρόμο προς τον σοσιαλισμό» με τη βοήθεια της αρχοντόπουλας. Ο έρωτας τους και οι συνωμοτικές προεκτάσεις του όμως αποκαλύφθηκαν και ο Γιάννης χάρις στις παρακλήσεις της κοπελιάς δεν κλείστηκε στη φυλακή, απλώς απελάθηκε. Δεν του έπεσε όμως πολύ βαριά γιατί την ίδια ακριβώς εποχή έπεσε ή δικτατορία και έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο Νίκος χαρούμενος έτρεξε να αναγγείλει το ευχάριστα νέα στον Γιάννη. Αυτός όμως θέλοντας να μη διαταράξει τη μεσημεριανή του σιέστα είπε «τράβα κοιμήσου και τα λέμε αργότερα»…

Στο Λονδίνο, που βρισκόμουν ένα φεγγάρι, εμφανίστηκε ξαφνικά- σαν σύνοδος αρρώστου μιας και ήξερε τη γλώσσα- και μας γέμισε χαρούμενα με τις θεωρίες του και τις ατάκες του. Δεν ήταν εύκολο να τον αποχωριστείς άμα τον γνώριζες. Ακόμα και ο τότε πρωθυπουργός του Καναδά Πιέρ Τριντώ, που είχε πάει για το μήνα του μέλιτος στην Αντίκουα, τον προσκάλεσε να το φιλοξενήσει στον Καναδά.

Ο Γιάννης ανακάλυψε πως είχε ταλέντο στην ζωγραφική. Άρχισε μανιωδώς τα μαθήματα στη Ρώμη και στην Αντίκουα, συμπληρώνοντας τον λειψό χρόνο του με μία ακόμη δημιουργία και έμπνευση.

Ό, τι απόμεινε από την περιουσία της αστικής οικογένειας του την άφησε στο Δήμο Λεχαινών και στην Πολιτιστική Ένωση, της οποίας ήταν κι αυτός μέλος.

Ο δανδής αντάρτης έφυγε προχθές ζωγραφίζοντας… Στη φωτογραφία (1984) ο Γιάννης Πονήρης στο σημείο που έγινε η περίφημη μάχη στο Πούσι

Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή»

1997-06-08

Το νομοσχέδιο για την ανεξαρτησία της Τράπεζας Ελλάδος - Η ασυδοσία των κεντρικών τραπεζών

Του Μάκη Μπαλαούρα

Μετά από μια μακρά κυοφορία που άρχισε με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και συνεχίστηκε με αυτές του ΠΑΣΟΚ, κατατέθηκε προς ψήφιση το νομοσχέδιο για την ανεξαρτησία της Τράπεζας Ελλάδος.

Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (ΣτΜ) το αργότερο μέχρι τα μέσα του 1998 και αφού πρώτα αποφασιστεί η δημιουργία της ΟΝΕ, με τα κράτη που συγκεντρώνουν τα κριτήρια της συνθήκης, θα συσταθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και θα δημιουργηθεί το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) που θα αποτελείται από την ΕΚΤ και τις Κεντρικές Τράπεζες των κρατών μελών της Ένωσης.


Σύμφωνα με το άρθρο 107 της ΣτΜ «Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες δεν επιζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από τα όργανα της κοινότητας ούτε τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. Οι κυβερνήσεις και τα όργανα της κοινότητας δεν επιδιώκουν να επηρεάζουν τα όργανα της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών».

Στο άρθρο 105 δηλώνεται πως «ο πρωταρχικός στόχος του ΕΣΚΤ είναι η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών».

Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε από την κυβέρνηση στη Βουλή εναρμονίζει το εθνικό δίκιο και το καταστατικό της Τράπεζας Ελλάδος με τις παραπάνω διατάξεις της ΣτΜ.

Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) και κατ’ επέκταση οι εθνικές κεντρικές τράπεζες γίνονται, επιτέλους, ανεξάρτητες όπως η Μπούντεσμπανκ, διατυμπάνισε η κυβέρνηση και η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Η Κεντρική Τράπεζα δε μπορεί να είναι κομματικό όργανο, όχι όμως ασύδοτη

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Τράπεζα της Ελλάδος, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας (και όχι βέβαια μόνο αυτή αλλά κυρίως αυτή) δεν πρέπει να αποτελεί όργανο εξυπηρέτησης στενών κομματικών επιδιώξεων της εκάστοτε κυβέρνησης. Η μακρά ιστορική πορεία της μας έχει δείξει που δεν υπήρξε κομματικό όργανο, διαθέτοντας αυξημένο κύρος που της επέτρεπε να ακούγεται από τους οικονομικούς φορείς και να μην εμπλέκεται στις μυλόπετρες του κομματικού ανταγωνισμού. Αύτη η κατάσταση έπρεπε να θεσμοθετηθεί και τυπικά, ανεξάρτητα από διεθνείς συνθήκες. Όμως η Συνθήκη του Μάαστριχτ και φυσικά το κατατεθειμένο νομοσχέδιο, ξεπερνούν κατά πολύ την ανάγκη αυτή.

Στα κριτήρια σύγκλισης προς την ΟΝΕ δεν αναφέρεται η πλήρης απασχόληση και το κοινωνικό κράτος

Όπως είναι, πια εμφανές στην Συνθήκη του Μάαστριχτ αποτυπώνεται η κυριαρχούσα νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και απ’ αυτήν εκπορεύονται συντηρητικές πολιτικές. Πολλοί πια τώρα, παραδέχονται με σκεπτικισμό πως στα κριτήρια σύγκλισης προς την ΟΝΕ αναφέρονται μόνο τα δημόσια ελλείμματα, το χρέος και ο πληθωρισμός. Δεν υπάρχει λέξη, ούτε καν σαν έκφραση ευχής στο θέμα της πλήρους απασχόλησης και του κοινωνικού κράτους. Πάνω σε αυτό το μότο δημιουργείται η ΕΚΤ και το ΕΣΚΤ.

Οι κεντρικές τράπεζες ανεξέλεγκτες, οι κυβερνήσεις σε επιτροπεία

Οι κεντρικές τράπεζες γίνονται όχι μόνο ανεξάρτητες από τις βραχυπρόθεσμες και συγκυριακές πολιτικές, αλλά αυτόνομες και ασύδοτες. Με τη δημιουργία ενός μη εκλεγμένου τεχνοκρατικού οργάνου που θα έχει την κεντρική του διοίκηση και τις επιμέρους διοικήσεις των εθνικών κεντρικών τραπεζών, εν είδει υποκαταστημάτων, θα αποφασίζονται και θα υλοποιούνται ανεξέλεγκτα πολιτικές, που δεν επηρεάζονται ούτε από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις ούτε από τα εθνικά κοινοβούλια ούτε από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Οι κυβερνήσεις μπαίνουν κάτω από ένα καθεστώς επιτροπείας στις οικονομικές πολιτικές και στους κοινωνικούς τους στόχους. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες με όπλο την νομισματική πολιτική -που τους εκχωρείται πλήρως και αποκλειστικά- θα υλοποιούν τις περιοριστικές τους πολιτικές χωρίς να ευαισθητοποιούνται για την ανεργία και τις κοινωνικές ανάγκες που υπάρχουν και δημιουργούνται. Η μόνη υποχρέωσή τους είναι να ενημερώνει τις αρμόδιες επιτροπές της Βουλής για τις νομισματικές τους αποφάσεις!!!

Στις ΗΠΑ, που πάρα πολλοί φέρνουν συνεχώς ως λαμπρό παράδειγμα, οι επιμέρους πολιτείες δεν υποχρεούνται να τηρούν ένα (περιορισμένο) όριο στο δημόσιο έλλειμμα τους. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (FED) συνεργάζεται στενά με την κυβέρνηση, η οποία κυβέρνηση έχει τον αποφασιστικό λόγο στην διαμόρφωση της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής. Είναι μήπως λιγότερο ανεξάρτητο το FED;

Η κυβέρνηση Σημίτη υπερακοντίζει το Μάαστριχτ

Παρά τα παραπάνω σοβαρά ζητήματα πολιτικής, η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο υπερακοντίζει τις υποχρεώσεις της χώρας μας από την συνθήκη του Μάαστριχτ, παρά τη διεθνή εμπειρία μ’ αντίστοιχους νόμους, όπως στη Γαλλία, που ήταν πιο περιοριστικός ο νόμος που ψηφίστηκε. Έτσι στο πανίσχυρο νομισματικό συμβούλιο την πλειοψηφία θα την έχει η Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος και όχι η κυβέρνηση με τα άτομα που θα διορίζει, χωρίς έγκριση καν από τη Βουλή!

Στην επικείμενη συζήτηση στη Βουλή έχει ενδιαφέρον να τροποποιηθούν τα παραπάνω επαχθέστερα άρθρα του νομοσχεδίου. Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι δυνάμεις της Αριστεράς -μέσα και έξω από τη Βουλή- δεν πρέπει να συνεργήσουν σε μία ακόμα ιδεολογική και πολιτική εκχώρηση και υποχώρηση, στη λογική πως «αφού την επιβάλλει η συνθήκη του Μάαστριχτ τι να κάνουμε;». Μ΄ αφορμή τη σοβαρότατη αυτή εκχώρηση της πολιτικής και της οικονομίας σε μια «τεχνοκρατική» διακυβέρνηση που δεν θα δίνει πουθενά λογαριασμό για τις πολιτικές της, πρέπει να αναδειχθούν και να καταδειχτούν οι συνέπειες της δημιουργίας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.

Τίποτα δε πάει χαμένο, πολύ περισσότερο που πρόκειται για άκρως πολιτικό και ιδεολογικό ζήτημα σε μία εποχή ανεργίας και φτώχειας.
 

Πηγή: Η Εποχή 8/6/1997

Δημοφιλείς Αναρτήσεις