«Η ΕΠΟΧΗ» Επιφυλλίδες Μπαλαούρα «Βαθύ κόκκινο, κόκκινο ροζ» 20.2. 2000
2000-02-20
1997-09-28
Ο μποέμ αντάρτης (Γιάννης Πονήρης)
Κυριακή πρωί μαζί με το καφεδάκι στην πλατεία με τις κουκουναριές διαβάζω ανοιχτά την Αυγή. Παρά την πτώση της δικτατορίας θεωρείτο τότε προκλητική πράξη η δημόσια ανάγνωση της Αυγής και του Ριζοσπάστη.
«Τι λέει το όργανο γερό μου;» Σήκωσα το κεφάλι μου• κατάλαβα πως χρησιμοποιώντας την λέξη «όργανο» που Έβαζε η Αυγή στο λογότυπο της έδινε ένα σήμα αναγνώρισης. Είδα ένα καλοστεκούμενο τύπο, με επιμελημένο ντύσιμο, με ανοιχτό πρόσωπο και γελαστά μάτια. Πήρε μόνος του την καρέκλα και κάθισε.
«Ο Μάκης είσαι έ; Εγώ είμαι ο Γιάννης ο Πονήρης. Να με λες γέρο». Νάτος λοιπόν μπροστά μου ο αντάρτης-μύθος, ο καπετάν Ξάνθος. Διαφορετικός από όσα είχε σχηματίσει η φαντασία μου. Τον περίμενα τεράστιο, με άγρια μουστάκια, με χαρακωμένο από τις κακουχίες και βλοσυρό πρόσωπο, με βροντώδη φωνή. Παρά τις ιδεολογικές μας διαφορές, που πάντα όμως συζητιόταν-εξαιτίας του φυσικά- σε ήρεμο κλίμα και με διαλεκτικό τρόπο, γίναμε φίλοι. Απέφευγε επιμελώς να μιλάει για τον εαυτό. του μόνο όταν σχολίασε ορισμένα γεγονότα καταλάβαινες πως είχε πρωταγωνιστήσει ο ίδιος σε αυτά.
Καπετάνιος του ΕΛΑΣ έχοντας σαν πολιτικό επίτροπο τον αχώριστο μέχρι το θάνατο του φίλου του Γιάννη Γαλανόπουλο (Ανέστη), πρωταγωνίστησε στο αντάρτικο του Μοριά. Τον έπιασαν πριν ανέβει για δεύτερη φορά στο βουνό και αφού τον βασάνισαν για μήνες τον έκλεισαν φυλακή κάμποσα χρόνια. Μετά αφού δούλεψε σαν λογιστής άνοιξε ένα μικρό εκδοτικό οίκο. Είχε αποχωρήσει από το ΚΚΕ διαφωνώντας με την ηγεσία του, θεωρώντας τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό σαν γενεσιουργό αιτία της κακοδαιμονίας του. Πήγε στην Ιταλία «με το δικό μου μηχανισμό», όπως έλεγε. Πρόσφατα μάθαμε πως έφυγε με πλαστό διαβατήριο που έφτιαξε ένας άλλος Λεχαινίτης- πατέρας ενός γνωστού ηθοποιού-που είχε κάποια οικογενειακή παράδοση παραχάραξης και κιβδηλοποιίας.
Μαζί με τον Γιάννη Γαλανόπουλο «καπετάν Ανέστη», τον Αντρέα Κωστανταραρόπουλο (Μπαταριά) και το Νίκο Μάμαλη, πρόεδρο της ομοσπονδίας Ελλήνων φοιτητών στην Ιταλία, έφτιαξαν μία αντιστασιακή ομάδα την «Ανεξάρτητη Αριστερά», βγάζοντας και την εφημερίδα «Επίθεση». Βρίσκονταν στα αριστερά των κομμουνιστικών κομμάτων και είχαν προσανατολισμό τις δυναμικές ενέργειες, όπως αυτή που έκανε η ομάδα τους ανατινάζοντας τους πυλώνες της Δ.Ε.Η. στον Ασπρόπυργο.
Αν τέλειωνε εδώ η παρουσίαση του «γέρου» η εικόνα που θα σχηματιζόταν θα ήταν ένας ενός κλασικού αγωνιστή της αριστεράς. Όμως ο Γιάννης ήταν διαφορετικός. Ήταν ένας μποέμ της Αριστεράς. Με λογοτεχνικό υπόβαθρο, άνετος χρήστης ξένων γλωσσών, ντυμένος κομψά, όχι όμως ακριβά, μπορούσε με άνεση κοσμοπολίτη να γίνει το ίδιο αποδεκτός στις γιάφκες και στα σαλόνια.
Μια φορά μια έντονα κομψοντυμένη Ιταλίδα κοντέσα, στενή σύνοδος του την εποχή εκείνη αναστάτωσε το γνωστό «καφέ γκρεκ» της Ρώμης κραυγάζοντας «πόρκο κομμουνίστα» κι αυτός θέλοντας να κερδίσει τις τελευταίες εντυπώσεις είσαι απάντησε μειλίχια «πουτάνα μοναρχίστα»!
Το 1973 βρέθηκε στην Αντίκουα μαζί με το σύντροφό του Νίκο Μάμαλη. Εκεί, βλέποντας τον να προπαγανδίζει στους ιθαγενείς τις απελευθερωτικές του ιδέες τον ερωτεύτηκε η κόρη του φύλαρχου. Ο Γιάννης ερωτευμένος κι αυτός, γνωρίζοντας πως απέτυχαν οι διάφοροι δοκιμασμένοι δρόμοι, σκέφτηκε να εφαρμόσει τον «Λεχαινίτικο δρόμο προς τον σοσιαλισμό» με τη βοήθεια της αρχοντόπουλας. Ο έρωτας τους και οι συνωμοτικές προεκτάσεις του όμως αποκαλύφθηκαν και ο Γιάννης χάρις στις παρακλήσεις της κοπελιάς δεν κλείστηκε στη φυλακή, απλώς απελάθηκε. Δεν του έπεσε όμως πολύ βαριά γιατί την ίδια ακριβώς εποχή έπεσε ή δικτατορία και έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο Νίκος χαρούμενος έτρεξε να αναγγείλει το ευχάριστα νέα στον Γιάννη. Αυτός όμως θέλοντας να μη διαταράξει τη μεσημεριανή του σιέστα είπε «τράβα κοιμήσου και τα λέμε αργότερα»…
Στο Λονδίνο, που βρισκόμουν ένα φεγγάρι, εμφανίστηκε ξαφνικά- σαν σύνοδος αρρώστου μιας και ήξερε τη γλώσσα- και μας γέμισε χαρούμενα με τις θεωρίες του και τις ατάκες του. Δεν ήταν εύκολο να τον αποχωριστείς άμα τον γνώριζες. Ακόμα και ο τότε πρωθυπουργός του Καναδά Πιέρ Τριντώ, που είχε πάει για το μήνα του μέλιτος στην Αντίκουα, τον προσκάλεσε να το φιλοξενήσει στον Καναδά.
Ο Γιάννης ανακάλυψε πως είχε ταλέντο στην ζωγραφική. Άρχισε μανιωδώς τα μαθήματα στη Ρώμη και στην Αντίκουα, συμπληρώνοντας τον λειψό χρόνο του με μία ακόμη δημιουργία και έμπνευση.
Ό, τι απόμεινε από την περιουσία της αστικής οικογένειας του την άφησε στο Δήμο Λεχαινών και στην Πολιτιστική Ένωση, της οποίας ήταν κι αυτός μέλος.
Ο δανδής αντάρτης έφυγε προχθές ζωγραφίζοντας… Στη φωτογραφία (1984) ο Γιάννης Πονήρης στο σημείο που έγινε η περίφημη μάχη στο Πούσι
Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή»1997-06-08
Το νομοσχέδιο για την ανεξαρτησία της Τράπεζας Ελλάδος - Η ασυδοσία των κεντρικών τραπεζών
Του Μάκη Μπαλαούρα
Μετά από μια μακρά κυοφορία που άρχισε με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και συνεχίστηκε με αυτές του ΠΑΣΟΚ, κατατέθηκε προς ψήφιση το νομοσχέδιο για την ανεξαρτησία της Τράπεζας Ελλάδος.
Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (ΣτΜ) το αργότερο μέχρι τα μέσα του 1998 και αφού πρώτα αποφασιστεί η δημιουργία της ΟΝΕ, με τα κράτη που συγκεντρώνουν τα κριτήρια της συνθήκης, θα συσταθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και θα δημιουργηθεί το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) που θα αποτελείται από την ΕΚΤ και τις Κεντρικές Τράπεζες των κρατών μελών της Ένωσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 107 της ΣτΜ «Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες δεν επιζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από τα όργανα της κοινότητας ούτε τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. Οι κυβερνήσεις και τα όργανα της κοινότητας δεν επιδιώκουν να επηρεάζουν τα όργανα της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών».
Στο άρθρο 105 δηλώνεται πως «ο πρωταρχικός στόχος του ΕΣΚΤ είναι η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών».
Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε από την κυβέρνηση στη Βουλή εναρμονίζει το εθνικό δίκιο και το καταστατικό της Τράπεζας Ελλάδος με τις παραπάνω διατάξεις της ΣτΜ.
Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) και κατ’ επέκταση οι εθνικές κεντρικές τράπεζες γίνονται, επιτέλους, ανεξάρτητες όπως η Μπούντεσμπανκ, διατυμπάνισε η κυβέρνηση και η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Η Κεντρική Τράπεζα δε μπορεί να είναι κομματικό όργανο, όχι όμως ασύδοτη
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Τράπεζα της Ελλάδος, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας (και όχι βέβαια μόνο αυτή αλλά κυρίως αυτή) δεν πρέπει να αποτελεί όργανο εξυπηρέτησης στενών κομματικών επιδιώξεων της εκάστοτε κυβέρνησης. Η μακρά ιστορική πορεία της μας έχει δείξει που δεν υπήρξε κομματικό όργανο, διαθέτοντας αυξημένο κύρος που της επέτρεπε να ακούγεται από τους οικονομικούς φορείς και να μην εμπλέκεται στις μυλόπετρες του κομματικού ανταγωνισμού. Αύτη η κατάσταση έπρεπε να θεσμοθετηθεί και τυπικά, ανεξάρτητα από διεθνείς συνθήκες. Όμως η Συνθήκη του Μάαστριχτ και φυσικά το κατατεθειμένο νομοσχέδιο, ξεπερνούν κατά πολύ την ανάγκη αυτή.
Στα κριτήρια σύγκλισης προς την ΟΝΕ δεν αναφέρεται η πλήρης απασχόληση και το κοινωνικό κράτος
Όπως είναι, πια εμφανές στην Συνθήκη του Μάαστριχτ αποτυπώνεται η κυριαρχούσα νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και απ’ αυτήν εκπορεύονται συντηρητικές πολιτικές. Πολλοί πια τώρα, παραδέχονται με σκεπτικισμό πως στα κριτήρια σύγκλισης προς την ΟΝΕ αναφέρονται μόνο τα δημόσια ελλείμματα, το χρέος και ο πληθωρισμός. Δεν υπάρχει λέξη, ούτε καν σαν έκφραση ευχής στο θέμα της πλήρους απασχόλησης και του κοινωνικού κράτους. Πάνω σε αυτό το μότο δημιουργείται η ΕΚΤ και το ΕΣΚΤ.
Οι κεντρικές τράπεζες ανεξέλεγκτες, οι κυβερνήσεις σε επιτροπεία
Οι κεντρικές τράπεζες γίνονται όχι μόνο ανεξάρτητες από τις βραχυπρόθεσμες και συγκυριακές πολιτικές, αλλά αυτόνομες και ασύδοτες. Με τη δημιουργία ενός μη εκλεγμένου τεχνοκρατικού οργάνου που θα έχει την κεντρική του διοίκηση και τις επιμέρους διοικήσεις των εθνικών κεντρικών τραπεζών, εν είδει υποκαταστημάτων, θα αποφασίζονται και θα υλοποιούνται ανεξέλεγκτα πολιτικές, που δεν επηρεάζονται ούτε από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις ούτε από τα εθνικά κοινοβούλια ούτε από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Οι κυβερνήσεις μπαίνουν κάτω από ένα καθεστώς επιτροπείας στις οικονομικές πολιτικές και στους κοινωνικούς τους στόχους. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες με όπλο την νομισματική πολιτική -που τους εκχωρείται πλήρως και αποκλειστικά- θα υλοποιούν τις περιοριστικές τους πολιτικές χωρίς να ευαισθητοποιούνται για την ανεργία και τις κοινωνικές ανάγκες που υπάρχουν και δημιουργούνται. Η μόνη υποχρέωσή τους είναι να ενημερώνει τις αρμόδιες επιτροπές της Βουλής για τις νομισματικές τους αποφάσεις!!!
Στις ΗΠΑ, που πάρα πολλοί φέρνουν συνεχώς ως λαμπρό παράδειγμα, οι επιμέρους πολιτείες δεν υποχρεούνται να τηρούν ένα (περιορισμένο) όριο στο δημόσιο έλλειμμα τους. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (FED) συνεργάζεται στενά με την κυβέρνηση, η οποία κυβέρνηση έχει τον αποφασιστικό λόγο στην διαμόρφωση της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής. Είναι μήπως λιγότερο ανεξάρτητο το FED;
Η κυβέρνηση Σημίτη υπερακοντίζει το Μάαστριχτ
Παρά τα παραπάνω σοβαρά ζητήματα πολιτικής, η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο υπερακοντίζει τις υποχρεώσεις της χώρας μας από την συνθήκη του Μάαστριχτ, παρά τη διεθνή εμπειρία μ’ αντίστοιχους νόμους, όπως στη Γαλλία, που ήταν πιο περιοριστικός ο νόμος που ψηφίστηκε. Έτσι στο πανίσχυρο νομισματικό συμβούλιο την πλειοψηφία θα την έχει η Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος και όχι η κυβέρνηση με τα άτομα που θα διορίζει, χωρίς έγκριση καν από τη Βουλή!
Στην επικείμενη συζήτηση στη Βουλή έχει ενδιαφέρον να τροποποιηθούν τα παραπάνω επαχθέστερα άρθρα του νομοσχεδίου. Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι δυνάμεις της Αριστεράς -μέσα και έξω από τη Βουλή- δεν πρέπει να συνεργήσουν σε μία ακόμα ιδεολογική και πολιτική εκχώρηση και υποχώρηση, στη λογική πως «αφού την επιβάλλει η συνθήκη του Μάαστριχτ τι να κάνουμε;». Μ΄ αφορμή τη σοβαρότατη αυτή εκχώρηση της πολιτικής και της οικονομίας σε μια «τεχνοκρατική» διακυβέρνηση που δεν θα δίνει πουθενά λογαριασμό για τις πολιτικές της, πρέπει να αναδειχθούν και να καταδειχτούν οι συνέπειες της δημιουργίας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.
Τίποτα δε πάει χαμένο, πολύ περισσότερο που πρόκειται για άκρως πολιτικό και ιδεολογικό ζήτημα σε μία εποχή ανεργίας και φτώχειας.
Πηγή: Η Εποχή 8/6/1997
1997-04-20
ΣΑΝΤΕ σκέτο*
Με γερμένο το δεξί ώμο και με κοφτό βήμα, μαγκιά περασμένων εποχών, στρογγυλοκάθησε, βγάζοντας από την τσέπη του ένα κόκκινο πακέτο τσιγάρα ΣΑΝΤΕ άφιλτρο. - «Τα ξέρεις αυτά;» μου είπε. - Ναι, φυσικά, ακόμα αυτά καπνίζεις; - «Άλλο σ’ ρώτησα. Θυμάσαι που στα έστειλα όταν σ’ έπιασαν»; Ένας στρόβιλος μνήμης με πλημμύρισε. «Τι τσιγάρα καπνίζεις;» με ρώτησε ο φρουρός. - «Βασικά Άσσο σκέτο, αλλά καμιά φορά και ΣΑΝΤΕ» είπα ψέματα, έτσι αυθόρμητα. - «Πάρτα, σ’ τα έστειλε η αδελφή σου» μου είπε. Ήταν το σήμα, πως οι άλλοι είναι καλά και είναι κοντά μου... Ο καπνιστής των ΣΑΝΤΕ ήλθε από το χωριό του να σπουδάσει. Φυσικά τον περίμενε ο Βλάσης ο ασφαλίτης. «Άκου φίλε, η οικογένεια σου είναι σταμπαρισμένη, εσύ όμως, μαθαίνω, πως είσαι καλό παιδί, γι’ αυτό δε θα σε διώξουμε από τη Σχολή, να έρχεσαι όμως να μου λες τι ακούς, γιατί υπάρχουν εδώ μέσα αρκετοί που δεν βάζουν μυαλό και δημιουργούν προβλήματα»... Τον έβλεπα να με παρατηρεί επίμονα και αυτό άρχιζε να ν’ εκνευρίζει. Στο τέλος με πλησίασε και χωρίς περιστροφές μου είπε. «Στη Φωκίωνος υπάρχει το τάδε μπαρ, έλα να μιλήσουμε». Πήγα από περιέργεια, αν και φοβισμένος. Σκοτάδι, μουσική ανακατεμένη. Μια γυναίκα έντονα βαμμένη και ημίγυμνη με πλησίασε... «Άστον αυτόν, είναι δικός μου» άκουσα μια φωνή. »Άκου να δεις, σ’ έκοψα από τη φάτσα, από το κομπολόι και από τη μαυροφορεμένη που κυκλοφορείς και πιστεύω πως είσαι εντάξει». Μου είπε τι τον βασάνιζε. Ζητούσε βοήθεια... «Γίνε φίλος του» του είπα. Το πρόσωπο του πήρε αλλόκοτο χρώμα - λόγω και του φωτισμού του μπαρ - και σηκώθηκε απειλητικά. Του εξήγησα το απλοϊκό σχέδιο που αυθόρμητα μόλις είχε έλθει στο μυαλό μου.
Να τον χρησιμοποιήσουμε για αποπροσανατολισμό της Ασφάλειας!!! Πράγματι, όταν ήλθε η μεγάλη στιγμή να μοιράσουμε τη «Μελέτη των 12 της ΑΣΟΕΕ» έδωσε λάθος πληροφορίες με συνέπεια το βράδυ εκείνο του Γενάρη του 73 εμείς να μοιράσουμε μ’ άνεση το φυλλάδιο μας στα κατάμεστα αμφιθέατρα, «στρατολογώντας» και άλλους...Έφαγε, φυσικά, το ξύλο του γι’ αυτό. Μια μέρα στο κήπο του Μουσείου ερχόταν με το ίδιο μάγκικο στυλ του. «Να, ο πράχτορας μας» είπε η Σοφία. Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι σαν κύριο όνομα και επώνυμο. Όπως έκανε πάντα, έτσι και σήμερα προπαραμονή της επετείου της δικτατορίας, ήλθε απρόσμενα. Ήταν φτιαγμένος. Πήγε να πει ιστορίες. «Άστα αυτά, ρε Πράχτορα, κάτι διαφορετικό να θυμηθούμε». Έτσι άρχισαν να ξεδιπλώνονται μικρές ιστορίες αυταπάρνησης, συντροφικότητας αλλά και νοστιμιάς!
Ιστορία πρώτη. Ο Μανώλης είχε τότε σοβαρά προβλήματα με την υγεία του και έπαιρνε καθημερινά φάρμακα. Όταν τον έπιασαν, οι φίλοι του ανησύχησαν πολύ. Θα πάρω τηλέφωνο τον Καραπαναγιώτη, είπε κάποιος από μας. Πράγματι. «Κύριε Καραπαναγιώτη, είμαι ο τάδε» (χαρά που θα έκανε ο ασφαλίτης νομίζοντας άλλα πράγματα). »Έχετε συλλάβει τον Μανώλη... ο οποίος όμως έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας, παρακαλούμε να τον αφήσετε ελεύθερο, διαφορετικά θα έχετε αποκλειστικά την ευθύνη...». «Τι είναι αυτά που λες ρε κωλόπαιδο;» κραύγασε ο ασφαλίτης. «Κοιτάξτε, μπορώ να έλθω εγώ στη θέση του, το ίδιο είναι...». «Αϊ στο διάβολο καθίκι, θα σε πιάσω, θα σε λιανίσω θα...» κατεβάζοντας όλα τα άγια και ιερά των Ελλήνων χριστιανών.
Ιστορία δεύτερη. Ο Αποστολής στην Ασφάλεια άκουγε στωικά 3-4 ασφαλίτες που προσπαθούσαν να του κλονίσουν την εμπιστοσύνη για τους συντρόφους του. «Ρε, ξέρεις ο δείνα έχει λεφτά, ενώ εσύ είσαι μπατίρης, θα μείνεις στην ψάθα». «Ο τάδε έχει συγγενή πολιτικό, θα τη βολέψει, ενώ εσύ θα σταμπαριστείς και κλάφτα...». Του Αποστόλη το αυτί δεν ίδρωνε, απλά περίμενε να αρχίσουν τη γνω¬στή περιποίηση. Ένας ασφαλίτης από την ίδια περιοχή μ’ αυτόν, γνωρίζοντας την ευαισθησία των ντόπιων για τον ανδρισμό, φύλαγε το τελευταίο φαρμακερό βέλος. «Ρε συ, ξέρεις πως ο έτσι είναι πούστης»; Ο Αποστόλης δεν άντεξε άλλο, παραπήγαινε το πράγμα. «Τι λέτε ρε καριόλες» κραυγάζει και τους ορμά- ει αναποδογυρίζοντας καρέκλες και μετακινώντας γραφεία... Όλη η Ασφάλεια μαζεύτηκε για να τον ακινητοποιήσει...
Ιστορία τρίτη. ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μεταφέρουν τον κρατούμενο κτυπημένο και σαστισμένο για ανάκριση. Ο ταγματάρχης απέναντι του δήθεν ανέμελα και με αργές κινήσεις βγάζει από τη θήκη το πιστόλι. Δεν φαίνεται να βιάζεται... Περίεργη ησυχία. Ο κρατούμενος παρατηρεί με την άκρη των ματιών του το γραφείο. Βλέπει διάφορα ντοσιέ και γουρλώνει τα μάτια «αρνάκι Αργεντινής» το ένα, «αρνάκι κατεψυγμένο Ιρλανδίας» το άλλο, αρνί-αρνί-αρνί... Άρχισε να παθαίνει παραισθήσεις. «Τους μπαγάσηδες έφαγαν τα παιδιά (του Πολυτεχνείου) και έβαλαν παραπειστικούς φακέλους με αρνάκια, σκέφτηκε... Στην ΕΣΑ Ν. Φιλαδέλφειας που τον μετέφεραν το μυαλό του ήταν συνεχώς στα αρνάκια.
Μια μέρα έφεραν καινούργιο κρατούμενο. Κάποια, σπάνια στιγμή που απουσιάζουν οι δεσμοφύλακες του φωνάζει. «Φίλε, κουράγιο, είμαστε και εμείς εδώ όλα θα περάσουν». Καμιά απάντηση από το απέναντι κελί. Ξανά η ίδια έκφραση συμπαράστασης· Τότε ο νέος αρχίζει να κτυπά την πόρτα και να φωνάζει δυνατά. «Φρουρέ, φρουρέ»! Τον κρατούμενο που έβλεπε τα αρνιά τον έβγαλαν από το κελί του έξι εσατζήδες και τον περιποιήθηκαν. Τελικά έμαθε. Ο κρατούμενος που τον κάρφωσε, ήταν από την υπόθεση κρεάτων του Μπαλόπουλου. Τα αρνιά ήσαν πραγματικά αρνιά. Η χούντα τότε δεν είχε κανένα λόγο να καλύπτει έτσι τα θύματά της. Ήταν ακόμα ισχυρή...
Τέταρτη ιστορία. ΕΣΑ Ν. Φιλαδέλφειας. Βράδυ Κυριακής ακούγονται φωνές, κραυγές πόνου και κλάματα. «Ωχ και άλλους έφεραν» σκέφτηκαν οι παλιοί. Ξημερώματα πάλι η ίδια σκηνή, έφεραν κάποιον άλλον. Μετά από μερικές μέρες έμαθαν τι είχε συμβεί. Οι δύο πρώτοι υπηρετούσαν στην Ανακτορική Φρουρά και έκλεψαν κριθάρι από τους στάβλους. Το ίδιο βράδυ κάποιος φαντάρος στην πλατεία στα Σούρμενα είδε ένα κάρο και για να κάνει φιγούρα στην παρέα του έκανε ένα γύρο της πλατείας. Τον συνέλαβε η ΕΣΑ.
Τελικά ομολόγησαν ό,τι ήθελαν τα τσακάλια της ΕΣΆ Οι δύο έκλεψαν το κριθάρι για να ταΐζουν το άλογο που έκλεψε ο τρίτος...
Οι δύο φαντάροι της Ανακτορικής Φρουράς ταλαιπωρούντο αφάνταστα. Λόγω της γνωστής «κόντρας» του Σώματος τους με την ΕΣΑ, οι ΕΣΑτζήδες τους ξεφτίλιζαν συνεχώς. Αυτοί, λόγω τη κοινής μοίρας τους με τους πολιτικούς κρατούμενους, έπαιζαν ρόλο πληροφοριοδότη αλλά και σιτιστή σ’ αυτούς! Μια μέρα, παραμονή της Εθνικής Επετείου ακούστηκαν ερπύστριες από τανκς. «Ξανά πραξικόπημα θα έγινε» σκέφτηκαν. Μέσα από τις γρίλιες κοιτούσαν τις κινήσεις ενός τανκς με ανάμικτα συναισθήματα. «Ρε μπας και ο νέος δικτάτορας για να φανεί καλός μάς αφήσει ελεύθερους»; Οδηγίες για τις μανούβρες του τανκς έδιναν οι δύο φαντάροι. Θέλεις από λάθος, θέλεις από ασυνεννοησία, θέλεις για να πάρουν εκδίκηση έδωσαν λάθος εντολές και το τανκς εισχώρησε στα μαγειρεία γκρεμίζοντας τους τοίχους... Τους δύο φαντάρους άρχισαν να τους κυνηγά όλη η ΕΣΑ με επικεφαλής τον οδηγό του τανκς. Έφαγαν το ξύλο της αρκούδας. Από τότε χάθηκαν, πιθανόν να ομολόγησαν υπονομευτική πράξη εναντίον της Εθνικής Κυβέρνησης...
Ο Πράχτορας είχε καπνίσει το μισό πακέτο συζητώντας τις ιστορίες που τέλος δεν έχουν. Έβαλε το ΣΑΝΤΕ στη τσέπη, ευχήθηκε χρόνια πολλά και έφυγε γέρνοντας το δεξί του ώμο.
Φωτογραφία από τα βαφτίσια Βασιλίνας: οι τρεις νονοί Φούρας, Μπαλαούρας, Σοκορέλης & οι γονείς Χρύσα-Πράκτορας - Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή»
1997-04-14
«Τι έκανες στην χούντα μπαμπά;»
Ελευθεροτυπία 14.4.1997 Χριστίνα Κοραή
Τα έμαθα σκαλίζοντας παλιά περιοδικά
«Μπορεί να λένε διάφορα για τη δική μας γενιά, αλλά αν οι συνθήκες σήμερα ήταν όπως τότε στη χούντα να είστε σίγουροι ότι κι εμείς θ’ αγωνιζόμασταν. Οι συγκυρίες, όμως, είναι διαφορετικές και δεν μπορούμε να το αποδείξουμε».
Το λέει η Όλγα Μπαλαούρα, 16 χρόνων μαθήτρια A' Λυκείου. Όχι, δεν θέλει να χρησιμοποιήσει τη λέξη «ήρωες» για να χαρακτηρίσει τον πατέρα της Μάκη Μπαλαούρα και τους άλλους που αγωνίστηκαν κατά της χούντας. «Ίσως είναι λίγο αλαζονικό να χρησιμοποιεί κάποιος αυτό το χαρακτηρισμό» λέει. «Σίγουρα, όμως, έκαναν κάτι μεγάλο στην εποχή τους».
— Πόσο χρόνων ήσουνα όταν ο πατέρας σου σου μίλησε πρώτη φορά για τη χούντα και τι σου είπε;
«Από πολύ μικρή είχα ακούσει τους γονείς μου να μιλούν για τη χούντα και
γενικότερα για την εποχή εκείνη, αλλά ουσιαστικά “έζησα” το πνεύμα της
εποχής εκείνης -ως παρατηρήτρια φυσικά- μέσα από τις διάφορες πορείες και
διαδηλώσεις στις οποίες πήγαινα με τους γονείς, μου, χωρίς, βέβαια, να
καταλαβαίνω και πολλά πράγματα λόγω ηλικίας».
— Για τη δική του προσφορά στον αντιστασιακό αγώνα πότε σου μίλησε ο μπαμπάς σου;
«Όταν σκαλίζοντας κάποιες παλιές φωτογραφίες και περιοδικά είδα ένα εξώφυλλο στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ του 1973 που τον είχε φωτογραφία με μαυρισμένο μάτι. Και τότε όμως απέφυγε να μου μιλήσει πολύ για τον εαυτό του και έδωσε περισσότερη έμφαση στο φοιτητικό κίνημα της εποχής και τον αγώνα των αντιστασιακών οργανώσεων. Τα περισσότερα τα έμαθα από διάφορες συνεντεύξεις στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, αλλά κι από άλλους που μιλούσαν για την δράση του.
— Αισθάνεσαι αυτή τη στιγμή ότι γνωρίζεις όλα όσα έκανε εκείνος ή θα ήθελες να μάθεις κι άλλα;
Αισθάνομαι ότι γνωρίζω αρκετά αλλά υπάρχουν πολλά που εννοείται δεν γνωρίζω. Όχι μόνο για τον ίδιο αλλά γενικά για την εποχή εκείνη. Η εντύπωση που έχω σχηματίσει όμως είναι ότι υπήρξε μεγάλη εκμετάλλευση και καπηλεία της εποχής εκείνης.
— Ξέρουν οι συμμαθητές και οι συμμαθήτριες σου ότι ο πατέρας σου ήταν ένας από τους αντιστασιακούς;
«Πολλοί απ’ αυτούς έχουν ενημερωθεί από τους δικούς τους γονείς οι οποίοι γνωρίζουν τον πατέρα μου. Πολλοί φίλοι ; μου μάλιστα, όταν αναφέρονται σ’ αυτόν μου λένε “ο πατέρας σου είναι και ... γαμώ τα παιδιά”».
— Πες μας δύο γεγονότα που σου έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση από τις ιστορίες της αντίστασης που άκουσες.
«Η πρώτη ιστορία αφορά ένα φίλο του πατέρα μου -και δικό μου φίλο- τον Παύλο Κλαυδιανό (σ.σ. είναι δημοσιογράφος στον Οικονομικό Ταχυδρόμο) που όταν τον συλλάβανε σ’ ένα λεωφορείο, κατάπιε ένα χαρτί με ονόματα που είχε μαζί του για να μην πέσουν στα χέρια της Ασφάλειας Η δεύτερη ιστορία αφορά τον πατέρα μου τον Μάκη. Όταν τον στράτευσαν μετά τη δίκη του, δεν του δίναν άδεια να δώσει εξετάσεις στο πανεπιστήμιο κι έγινε για χάρη του μία από τις μεγαλύτερες φοιτητικές διαδηλώσεις. Γι’ αυτό το λόγο του έδωσαν ένα μήνα φυλακή».
1996-11-21
Η κρυφή επιτυχία της Πρυτανείας
«Η επιχείρηση "Πολυτεχνείο" εστέφθη με επιτυχία»
("Εξουσία", 21/11/96)
Ο ενθουσιασμός για τον "αναίμακτο" εορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου
ήταν τόσο μεγάλος ώστε μέσα στα συγχαρητήρια που έδιναν και έπαιρναν τη
βδομάδα αυτή πολιτικοί παράγοντες, αστυνομία και πρύτανης, λησμονήθηκε το
πραγματικό γεγονός. Κι αυτό δεν είναι άλλο παρά το ότι φέτος επανελήφθη το
ίδιο ακριβώς σκηνικό με το περυσινό.
- Οπως και πέρυσι, έτσι και φέτος ο μεγάλος πρωταγωνιστής του "εορτασμού" ήταν η ίδια η αστυνομία. Πέρυσι, με την εισβολή στο Πολυτεχνείο και τη μαζική σύλληψη 529 νέων. Φέτος, με την εφιαλτική επιχείρηση αποκλεισμού του κέντρου της Αθήνας.
- Οπως και πέρυσι, έτσι και φέτος το άσυλο καταπατήθηκε βάναυσα. Πέρυσι η βίαιη εκκένωση του Ιδρύματος έγινε με την άδεια της Συγκλήτου. Φέτος η καταπάτηση έγινε από "τα μέσα". Οργανωμένα μέλη σωματείων, καθοδηγούμενα από τον Πρύτανη και το υπουργείο Δημόσιας Τάξης ανέλαβαν να κρατήσουν τις πόρτες του Πολυτεχνείου κλειστές το απόγευμα της Κυριακής, αποκλείοντας την είσοδο σε "ανεπιθύμητους" φοιτητές και διαδηλωτές.
- Οπως και πέρυσι, έτσι και φέτος, τον τόνο έδωσε ο κ. Μαρκάτος, ο οποίος πασχίζει με κάθε τρόπο τα τελευταία χρόνια να "αποχαρακτηρισθεί", μετά το άγος της καμένης Πρυτανείας που φορτώθηκε το 1991. Μόνο που φέτος αντιμετώπισε την άρνηση της πλειοψηφίας του διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού. Τόσο το χειρότερο για την πλειοψηφία. Η Σύγκλητος (που πέρυσι βρισκόταν σε διαρκή συνεδρίαση) παραμερίστηκε και όλη η εξουσία πέρασε στην τριμελή Πρυτανεία. Εκεί ο κ. Μαρκάτος διαθέτει αναμφισβήτητη πλειοψηφία: τον εαυτό του και τον κ. Τσαμασφύρο.
Η μόνη ίσως διαφορά ήταν ότι τα κανάλια δεν μπόρεσαν φέτος να βρουν κάτι αξιόλογο για να βομβαρδίζουν το κοινό τους. Προετοίμασαν βέβαια όσο μπορούσαν το κλίμα τις προηγούμενες μέρες, και φρόντισαν και το απόγευμα της Κυριακής να διασπείρουν ανησυχίες ότι 30 αναρχικοί "κάτι ετοιμάζουν" στο ισόγειο της Αρχιτεκτονικής, αλλά τα γεγονότα ήταν κατώτερα των προσδοκιών τους. Το πλάνο με τη σύλληψη μιας κοπέλας το είδαμε δεκάδες φορές, αλλά ασφαλώς δεν ήταν αρκετό.
Και οι ζημιές; Πού τις βάζετε τις ζημιές, ρωτούν όσοι αισθάνονται ευτυχείς
με τη φετινή κατάληξη. Αν περιοριστούμε στην οικονομική ζημιά, ασφαλώς η
κινητοποίηση τόσων χιλιάδων ανδρών της αστυνομίας κοστίζει πολύ περισσότερο
από την αποζημίωση στα μαγαζιά που βλέπουν τακτικά τις βιτρίνες τους να
πέφτουν θύματα μιας άνισης μάχης κι αγώνα. Θα είχε λοιπόν πολύ ενδιαφέρον να
ακούσουμε από τα χείλη των κ.κ. Ρωμαίου και Μαρκάτου τον οικονομικό
απολογισμό της επιχείρησης "Κλειστό Πολυτεχνείο 96".
Στον αντίποδα της αστυνομικής λογικής που κυριάρχησε βρίσκονται οι
αποφάσεις των φοιτητικών συλλόγων και του συλλόγου Διδακτικού Ερευνητικού
Προσωπικού του ΕΜΠ. Επιθυμία τους να μείνει το Πολυτεχνείο ανοιχτό και να
μετέχουν στον εορτασμό όσοι πολίτες επιθυμούν. Η άποψη αυτή εκφράστηκε στη
μαζικότατη συνέλευση ΔΕΠ-φοιτητών και εργαζομένων στο ΕΜΠ, αμέσως μετά την
περίεργη έκρηξη της Τετάρτης. Στην ίδια κατεύθυνση εργάστηκε ο αντιπρύτανης
κ. Πολύζος και ο πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτόνων κ. Καλογεράς. Πολύτιμη
βοήθεια πρόσφερε και η "Κίνηση Πολιτών για Ανοιχτό Πολυτεχνείο", που
συντόνισε εξωπανεπιστημιακές πρωτοβουλίες. Η αξία, αλλά και η αδυναμία, όλων
αυτών των δυνάμεων ήταν ότι δεν στηρίζονταν σε κανενός είδους μηχανισμούς.
Βρέθηκαν έτσι απροετοίμαστες να αντιμετωπίσουν τους μηχανισμούς της
αστυνομίας και των οργανωμένων "περιφρουρητών".
Θα στεναχωρήσουμε τους ενθουσιώδεις "φαν" του κ. Μαρκάτου στα ΜΜΕ που είναι συνηθισμένοι στο face control των νυχτερινών μαγαζιών και υπερθεματίζουν στην απόφασή του να κλείσει το Ιδρυμα. Η μέθοδος της "κλειστής πόρτας" δεν είναι δική του εφεύρεση -ούτε των λοιπών πρυτάνεων που πρόλαβαν να κλείσουν τα ΑΕΙ όλης της Αθήνας για να μη διασπαρεί η αστυνομική δύναμη. Η ίδια ακριβώς μέθοδος εφαρμοζόταν από τους κυβερνώντες 23 χρόνια πριν, τότε που έγινε αυτό το περίεργο γεγονός που υποτίθεται ότι όλοι σήμερα τιμούμε. Εκλειναν και τότε τις πύλες τους τα ιδρύματα, οσάκις το έκρινε σκόπιμο το δικτατορικό καθεστώς. Οσο για το "control", αυτό είχε ανατεθεί στο "Σπουδαστικό Τμήμα" της Ασφάλειας. Ειδικά στο Πολυτεχνείο τον έλεγχο της "πόρτας" διεκπεραίωναν με απόλυτη επιτυχία οι γνωστοί βασανιστές Βασιλακόπουλος και Σμαϊλης.
Και σ' αυτό το σημείο βρίσκεται ίσως η κυριότερη "επιτυχία" του φετινού εορτασμού. Χωρίστηκαν ακριβώς στα δύο, όσοι επιμένουν στην αξία της μνήμης. Από τη μια μεριά βρέθηκαν εκείνοι που επιδίωκαν να παραμείνει ανοιχτό το ίδρυμα και να μην καταπατηθεί το άσυλο. Από την άλλη, οι "περιφρουρητές", που κι αυτοί διεκδικούν ένα κομμάτι της παράδοσης του ίδιου κινήματος. Μόνο που η συνήθειά τους να βλέπουν παντού μια εχθρική περικύκλωση τους οδήγησε στην ταύτιση με τα σχέδια του κ. Μαρκάτου. Το κέρδος για όσους θέλουν "να τελειώνουμε" μ' αυτό τον ενοχλητικό εορτασμό είναι λοιπόν διπλό: όχι μόνο αποδείχθηκε ότι η λύση σε όλα τα προβλήματα είναι η αστυνομία, αλλά και οι αμετανόητοι νοσταλγοί της εξέγερσης χωρίστηκαν σε δύο κομμάτια, όπου οι μισοί θεωρούν τους άλλους μισούς "σεκιουρητάδες" ή "μπάτσους" ενώ οι δεύτεροι αποκαλούν τους πρώτους "ύποπτους" και "προβοκάτορες". Κάτι μας θυμίζει αυτή η εξέλιξη.
http://www.iospress.gr/megalo1996/megalo19961123.htm
1996-05-05
«Το φως που καίει», επιφυλλίδα «Εποχικά» στην «Εποχή
Χάρηκα που τον είδα να επιστρέφει από τις μακρινές διακοπές του Πάσχα. Όταν μπορούσε τις κρατούσε περισσότερο τους μαθητές. Το μελαχρινό το πρόσωπο μου φάνηκε περισσότερο μελαχρινό και η φαλάκρα του κοκκίνιζε ελαφρά. Σαν να κατάλαβε την σκέψη μου είπε: «Έκανα τα μπάνια μου». Από τότε που είμαστε στο Γυμνάσιο, το πρώτο, σχεδόν πάντα, γινόταν την Μεγάλη Τετάρτη. Αν έφτιαχνε ο καιρός τότε έρχονταν και τα άλλα.
Φέτος δεν είχα πάει στα «άγια χώματα», όπως τα έλεγε, σαρκαστικά για τα ήθη και τα πάθη των κατοίκων τους. Καμιά φορά όμως τα λέγε έτσι και από νοσταλγία.
-«Τη μεγάλη Παρασκευή ξανά ζήτησα βέβαια δεν ήταν όπως παλιά που κατέβαιναν άνθρωποι από τα γύρω χωριά για να πουλήσουν αρνιά κατσίκια και γουρουνάκια για μεγάλωμα.
Θυμάσαι, πουλούσαν κι άλογα και γαϊδούρια που οι υποψήφιοι αγοραστές τα κοιτούσαν στα δόντια… Όμως πάλι στην πλατεία μαζεύτηκε ο κόσμος πίνοντας και γελώντας».
Πράγματι τη Μεγάλη Παρασκευή ήταν για μας η γιορτή. Το μεγάλο Σάββατο και το Πάσχα ήταν οικογενειακές γιορτές. Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν κοινωνική. Το πρωί το πανηγύρι-ζωοπανήγυρης για την ακρίβεια- προς το μεσημέρι μαζευόταν όλοι, οι ζώντες στο χωριό αλλά κι αυτοί που ήταν στην Αθήνα, στον Καναδά ή στην Αυστραλία. Κυρίως μέσα από το γκαλά του ποτηριού των ούζων έβλεπαν το παρελθόν. Ότι ωραίο, είχαν κρατήσει απ’ αυτό. Τα άλλα τα άσχημα τα είχαν πετάξει στο καλάθι των άπλυτων…
Ουζοποσία, κεράσματα, πειράγματα. Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν και η μέρα που δεν υπήρχε η οικογενειακή εστία. Για λόγους θρησκευτικούς δεν έβαζαν χύτρα. Οι μπακάληδες τροφοδοτούσαν απευθείας με νηστίσιμα τα στομάχια μας. Μεγάλα μαυρισμένα καζάνια- όπου τις άλλες μέρες πιθανώς μούλιαζαν τα ρούχα- έφτιαχναν τα κουκιά. Λαγάνες, ελιές, χταπόδι, κουκιά και ταραμάς ο μεζές μας.
Το βράδυ, αφού έκλειναν τα μαγαζιά της αγοράς άρχιζε το ωραιότερο μέρος των διακοπών του Πάσχα. « Ω, γλυκύ μου έαρ» έλεγε η χορωδία που φτιαχνόταν επί τούτου και διαλύονταν μέχρι την επόμενη Μεγάλη Παρασκευή. Εμείς, πιτσιρικάδες δεν πολυκαταλαβαίναμε τους ύμνους, τους αισθανόμαστε όμως βαθιά.
Ήταν τα πρώτα σκιρτήματα της ερωτικής μας άνοιξης. Τα λουλούδια του στολισμένου Επιταφίου, τα λιβάνια και τα μοσχολίβανα, το κερί που λιώνει, οι άλυκες μυρωδιές, οι δικές μας έφτιαχναν μια αλλιώτικη ατμόσφαιρα, κάτι σαν μαγικό, ερωτικό μαστούρωμα. Και το αποκορύφωμα έρχονταν μόλις έφτανε ο άλλος Επιτάφιος, της κάτω ρούγας πάντα πιο όμορφος από τον δικό μας, ίσως γιατί τον έφτιαχναν τα κορίτσια εκείνης της γειτονιάς που είμασταν ερωτευμένοι. Εκείνος ο Επιτάφιος περιμέναμε να μας φέρει, με ασυγκράτητη λαχτάρα την μέθεξη. Οι επιτάφιοι μαζί πια κι εμείς ανακατεμένοι αγόρια και κορίτσια της πάνω και της κάτω ρούγας, μακριά από τα βλέμματα των γονιών μας επισκεπτόμαστε τα μνήματα. Η μοναδική χρονιάτικη επαφή με αυτούς που έφυγαν. Έξω από το νεκροταφείο μας περίμεναν νέες μυρωδιές κομμένων κλιμάτων. Μυρωδιές, μυρωδιές και ευωσμίες…
«Έ’ ξύπνα», άκουσα την βαριά φωνή του. Γύρισα στην πραγματικότητα που πληγώνει.
«Άκου τι έγινε το Σάββατο. Το απογευματάκι βλέπω πολύ κόσμο να μαζεύεται στην πλατεία. Κυρίως γριές αλλά και κάποιοι πιο νέοι, με την δημοτική αρχή και τους παπάδες μπροστά ξεκίνησαν υπό τους ήχους της μπάντας του Δήμου. Πάνε να προϋπαντήσουν την άνοιξη του Κυρίου, είπα. Μου άρεσε έτσι όπως το σκέφτηκα…»
«Μετά από μία-μιάμιση ώρα επέστρεψαν. Οι γριές είχαν κάτι στο βλέμμα τους που έλαμπε. Βρήκαν την χαμένη τους άνοιξη, σκέφτηκα. Οι παπάδες κρατούσαν στα χέρια τους φανάρια, σαν κι αυτά των παιδιών το βράδυ της Ανάστασης». Παραξενεύτηκα και άρχισα να ρωτάω. Ξέρεις τι ήταν;
«Φέτος για πρώτη φορά ήρθε στην επαρχία το αληθινό φως. Το φως κατευθείαν από τα Ιεροσόλυμα. Μέχρι τώρα το άγιο φως υπήρχε μέσα στο νερό και οι παπάδες το συντηρούσαν σαν τα μάτια τους. Έτσι έδειχναν στον κόσμο. Βέβαια, άμα καμιά φορά έσβηνε, το άναβαν με τα σπίρτα του ελληνικού μονοπωλίου. Κανένα πρόβλημα βέβαια. Παρέμενε ίδια ιερότητα..».
«Φέτος όμως η σοσιαλιστική εκσυγχρονιστική μας κυβέρνηση και κυρίως ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης αποφάσισαν να διαθέσουν στον θρησκευόμενο λαό τους το πραγματικό Άγιο Φως. Απ’ ευθείας με «F-104» από τους Αγίους Τόπους στον Άραξο. Και από κει για όλη την Πελοπόννησο, την Κεφαλλονιά και την Ζάκυνθο. Πιθανόν κι άλλα αεροπλάνα να έφερναν το άγιο φως στα Γιάννενα, την Θεσσαλονίκη, την Αλεξανδρούπολη, το Ηράκλειο. Και από κει σε όλη την Ελλάδα! Κάποιοι είπαν πως πρόκειται για ειδωλολατρικές εκδηλώσεις».
Κατάλαβα πως δε μου έκανε πλάκα. Οι παγανιστικές εκδηλώσεις της Μεγάλης Παρασκευής μέσα από αιώνες άνοιξης τι σχέση είχαν με τη μεταφορά του ιερού φωτός. Μάλλον σκοτεινές μέρες Βυζαντίου θύμιζαν. Τον άρτο και τα θεάματα αν και σήμερα το βάρος δεν πέφτει στο πρώτο σκέλος…
Ποιος θα πληρώσει αυτό το «φως που καίει»,… που μας ζεματίζει και μας εκμαυλίζει;
Από την επιφυλλίδα «Εποχικά» του Μ. Μπαλαούρα στην «Εποχή» στις 5 Μαΐου 1996
Δημοφιλείς Αναρτήσεις
-
Του Μάκη Μπαλαούρα Στην επαγγελματική και συνδικαλιστική μακρά διαδρομή μου στην Τράπεζα της Ελλάδος είχα την τιμή να είμα...
-
17 Φεβρουαρίου 2026 Θέμα: «Τα τραγούδια που ακούγαμε στη δικτατορία και παίρναμε δύναμη» Μ’ αφορμή την 53η επέτειο με...
-
Στις αρμόδιες Επιτροπές της Βουλής άρχισε η συζήτηση του νομοσχεδίου «Διατάξεις για την Παραγωγή Τελικών Προϊόντων Φαρμακευτικής Κάνναβ...
-
Του Μάκη Μπαλαούρα Ως εισαγωγή, δύο συνδεόμενα θέματα: α) Στα τέλη του 1998, που ήμουν τότε ...
-
Ούτε με χρημάτισαν ούτε έγινε παρέμβαση μου στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς! Το κατηγορητήριο στηρίχθηκε σε ένα mail κάποιου ε...
-
Του Μάκη Μπαλαούρα. Τα σημεία της τρομοκράτησης του ελληνικού λαού αφού την πήρε από τον Σαμαρά, τον Γεωργιάδη, τον Γιούγκερ και τους...
-
«Η ΕΠΟΧΗ» Επιφυλλίδες - «Γράμματα στη Γλασκώβη» 3.12.1995
-
Το ΚΚΕ Εσωτερικού παρόλη την μέχρι τώρα προσφορά του δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των εργαζομένων και διένυσε μια φθίνουσα πορ...
-
Με σκληρή γλώσσα απαντά ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Μάκης Μπαλαούρας σε σημερινό, ψευδές -όπως τονίζει- δημοσίευμα αναφορικά με φωτογραφι...
-
«Η ΕΠΟΧΗ» Επιφυλλίδες Μπαλαούρα «Βαθύ κόκκινο, κόκκινο ροζ» 20.2. 2000






